Monthly Archives: Δεκέμβριος 2016

άβατο πάθος 

​Όχι στην καμπύλη κανενός γεωμετρήματος

ούτε στα χυσίματα του συμβολισμού με βλακώδη στύση

αληταράδες άνεμοι που πνέουν ερημιασμένοι χωρίς αντίλογο θανάτου 

την ώρα που /δεύτερο που/ υπνώττουμε δύστυχοι ~ Νίκος Καρούζος 


το ξημέρωμα πάντα ξυπνάω 

και πηγαίνοντας στην κουζίνα 

βρίσκω τον Σπύρο να καπνίζει 

τις τζούρες της χαραυγής 

ενοχλημένος από την παρουσία μου 

μην τυχόν μοιραστεί τις εισπνοές 

της νυχτολήθης που καταλαγιάζει 

πάνω στα ακονισμένα μαχαίρια του τραπεζιού 

ενσαρκώνοντας στα θολά το σιντ βίσιους 

μετανιωμένο για τη νάνσυ του 

για κάθε νάνσυ του άβατου πάθους 

με χλωμή απόκρουση της νέας μέρας 

για νέα συμφωνία θανάτου 

Advertisements

ωδή στον εγωκεντρισμό 

της Α.

υπάρχουν δύο ερωτήσεις που μου γάμησαν τον εγκέφαλο, φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους. φαινομενικά. «τι θα κρατήσετε απ’ το ’16;» της Ευτυχίας και «νιώθετε κι εσείς ότι όταν εκστομίζουμε ερωτήσεις, μερικά ερωτηματικά στέκονται στον λαιμό και τον αγκυλώνουν;» της Φρίντας.

δυστυχώς δεν αντιλαμβάνομαι το θάνατο ως αναχώρηση. κάνοντας πέρα για λίγο την άρνηση, νιώθω ότι η μόνη λέξη που μπορεί να περιγράψει το θανάτο είναι η λεηλασία. ο πανικός του μη αναστρέψιμου δίνει τη θέση του στο χειμμαρώδη εγωισμό και όσο ρεαλισμό και αν καταπίνω, όσο  κυνισμό και αν ξερνάω, με πιάνω να απευθύνομαι στο κενό. μου λείπεις. 

ο χρόνος σας τελείωσε. και όσο κανένας δεν αναλαμβάνει την ευθύνη να βάλει το γαμημένο κόμμα στη πρόταση κρατάω τη μάταιη αναζήτηση για ένα ακόμη φιλί στο μέτωπο. 

τι να την κάνω τη βεβαιότητα του τέλους;


χαρούμενη ανάρτηση 

​​πριν χρόνια όταν είχα πρωτογνωρίσει το σύννεφο μου είχε πει «φρίντα θέλω να γράψεις κάτι χαρούμενο κάποια στιγμή όχι μόνο στενάχωρα». προς στιγμή μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση. γράφω μόνο στενάχωρα; δεν έχω γράψει ποτέ κάτι που έκανε έστω και μισό άνθρωπο να σκάσει ένα υποτυπώδες χαμόγελο; μάλλον όχι. αυτή θα είναι μια χαρούμενη ανάρτηση; μάλλον όχι άλλα αυτό δεν μπορούμε να το ξέρουμε ακόμα. 

όλα μου τα χρόνια γεμάτα παρεμβάσεις. σε ανθρώπους γύρω μου, στον εαυτό μου, σε ζωές. ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος που δεν μου έμεναν άνθρωποι. άλλωστε περαστικοί είμαστε όλοι στις ζωές των άλλων ή, θα έπρεπε να είμαστε. θα μας έκανε περισσότερο ευτυχισμένους ή λιγότερο δυστυχείς. τον τελευταίο καιρό έχω επιλέξει το ρόλο του παρατηρητή. έχω αγοράσει κι ένα τεφτέρι και σημειώνω. καταγράφω ότι μου κάνει εντύπωση. ομολογουμένως ο ρόλος του παρατηρητή είναι ένας εύκολος ρόλος. δεν συγκρούεται, δεν παρεμβαίνει, ασκεί την κριτική στα κατάστιχα που κρατά. θα ήθελα να το κάνω επάγγελμα. να παρατηρώ και να εξιστορώ στο χαρτί. παρόλο που έχω επιλέξει τον ερασιτεχνισμό ως στάση ζωής. εξάλλου πόση εξειδίκευση να χρειάζεται στο να γαμάμε εαυτούς και αλλήλους; 

βγαίνω από μένα και με παρατηρώ. με ματιές επίμονες, καθόλου φευγαλέες. μεγάλωσα. λόγω ενοχικού συνδρόμου νομίζω πως είναι ένα πρόβλημα το ότι με γουστάρω. μου αρέσω. δεν έχει να κάνει με αποδοχή εαυτού, γιατί η γνωριμία μας δεν έχει φτάσει στο έπακρο. είναι μια διαρκής μετάλλαξη, σα να νομίζεις ότι γνωρίζεις τη θάλασσα κι αυτή να σου ρίχνει ένα κύμα και να σε στέλνει σε ανεξερεύνητα βάθη. 

παρατηρώ τους φίλους μου. δεν είναι και πολλοί μόλις δύο. ωραίοι άντρες, ψημένοι στο δρόμο και στο μεροκάματο. ξέρουν το πεζοδρόμιο καλύτερα από τη χούφτα τους. δε διάβασαν ποτέ τα άπαντα του καβάφη, μα ξέρουν ότι ένα κι ένα κάνουν δύο κι ότι τα φωνήεντα είναι επτά. δεν τους έπεσαν τα άπαντα στα χέρια ή δεν προλάβαιναν ίσως το πρωί οικοδομή, το απόγευμα νυχτερινό σχολείο και τρεις φορές την εβδομάδα νύχτα βαρβάκειο ξεφόρτωμα. κι οι δυο γείτονες σε παράλληλα στενά, να ζουν παράλληλες ζωές. κάτω από ένα εβδομήντα, κοντοί, όταν τους κάνω πλάκα για το μπόι τους μου λένε, όταν κρέμας καφάσια στους ώμους από τα 14 χάνεται η ανάπτυξη και γελάμε. ευτυχώς που ο ένας είναι ξανθός κι ο άλλος καταμελάχροινος για να μπορούν να ξεχωρίζουν. δεν κάνανε οικογένειες, δεν άντεχαν τις συμβάσεις και τώρα στο μέσο της τέταρτης δεκαετίας της ζωής τους ο ένας είναι εγωκεντρικός κι ο άλλος παρουσιάζει δείγματα απάθειας. 

παρατηρώ τις φίλες μου. όχι, ούτε αυτές είναι πολλές φτάνουν τα δάχτυλα του ενός χεριού ενός σακατεμένου εργάτη για να τις μετρήσεις. όμορφες γυναίκες, μπερδεμένες, καυλωμένες, χωρίς αυτοπεποίθηση, με σύνδρομα, ερωτευμένες κι άνιωθες, ξεχωριστές. με τόσα αντικρουόμενα μεταξύ τους στοιχεία, μια κατηγορία η κάθε μία μόνη της. απολαμβάνω τσιγάρο ποτό και κουβέντα με την κάθε μία ξεχωριστά. οι συζητήσεις μας, οι κινήσεις μας θα έπρεπε να κινηματογραφούνται. σκέφτομαι πόσα αγόρια έχουν ξεροσταλιάσει στο δρόμο τους. όλες με το ίδιο γαμημένο σύνδρομο της μοιραίας γυναίκας. αυτό που μάλλον μας ένωσε, αυτό που όταν το παίζω πυθία τους λέω ότι θα μας καταστρέψει και δε βλέπω καμία να χαλιέται στο άκουσμά του.

στη συνέχεια παρατηρώ ξένους. ζευγάρια κυρίως. έτοιμα να ενώσουν τις ζωές τους με τα δεσμά του γάμου. άλλα το κάνουν πράξη κι όλας. ναι ναι καλά το λέει ο λαουτζίκος. δεσμά του γάμου, δέσμιοι άνθρωποι μιας προσωρινής επίπλαστης ευτυχίας που επέλεξαν μια Χ δεδομένη στιγμή. τους βλέπω κρεμασμένους τον έναν από τον άλλον, λες κι είναι ποτέ κάποιος ικανός να θεραπεύσει τις ανασφάλειές μας. σα να κρεμιούνται με σκοινί πάνω σε ένα σκαμπό που φτάνει για το μπόι τους μέχρι ο άλλος ν’ αποφασίσει να το κλωτσήσει και να πνίγονται μετέωροι. εξάλλου ο εξαθέσιος καναπές στο χρώμα της άμμου που αγοράσανε μεταξύ παθιασμένων φιλιών και ονείρων, απλά κάνει λίγο πιο αναπαυτική τη δέσμευση. τους κοιτάζω σε φρέσκες γαμήλιες φωτογραφίες κι αναρωτιέμαι αν ξέρουν. χμ, ποιος θα αναλάμβανε το κόστος της μοναξιάς ώστε να τους ενημερώσει; ουδείς, γιατί οι άνθρωποι έρχονται κοντά για να χωρίζουν, έστω κι αν συνεχίζουν μαζί.

την επόμενη φορά θα παρατηρήσω την ουτοπία μα  δε θα την μοιραστώ, αλλά μπορώ να εικάσω που κρύβεται. στην καταστολή της πραγματικότητας. 

καλό κυνήγι. 

υγ. όποιος/όποια σκάσει χαμόγελο θέλω να μου το πει. 


μαθηματικοποίηση

​ξεκίνησα να μετράω 

μηδέν και ένα, μηδέν 

ένα και μηδέν, μηδέν 

ένα κι ένα, μηδέν 

δεκατρία και δεκαέξι 

όλα δίνουν μηδέν 

εκεί που επιστρέφουμε 

ως αφετηρία και λήξη 

της ισόχρονης ζωούλας 

όλης της μπουρζουαζίας

γιατί στο μόνο σημείο 

που το χάος ρεαλίζει 

είναι το μηδέν 

κι άσε τον ψυχαναγκαστικό μαλάκα μαθηματικό

να λύνει την εξίσωση του χάους 

χωρίς να έχει βρεθεί ούτε μια φορά 

σε βροχή από φλεγόμενα μπουκάλια 

σε πύρινα οδοφράγματα

στο στόμα του τέρατος 

της αφιλόξενης πόλης 

στο ίδιο μαχόμενο κρεβάτι 

που μου κάνεις έρωτα 


άνιωθος

​τις μέρες που δεν νιώθεις 

σκάβω με τα χέρια μου 

κάτω από το δέρμα σου 

μήπως και πληγώσω 

τα σύνδρομα που σε γαμάνε 

και σκάσει η πραγματικότητα 

πάνω στα χρηστά ήθη 

όλης της φτιαχτής κανονικότητας

μήπως και λούσω την ανιωθίλα     

του υπαρκτού κόσμου 

με σκληρή νοθεία.