Monthly Archives: Μαρτίου 2016

πυρετός

αυτό τον χειμώνα ανέβασα δύο φορές πυρετό. η αίσθηση της καυτής σάρκας δεν στάθηκε πότε απέναντι έτσι ανώδυνα. πρόσφατα μου είπαν ότι οι νορβηγοί έχουν περασμένο στην κουλτούρα τους το χάνγκοβερ ως ευχαρίστηση κι όχι ως τα δυσάρεστα απομεινάρια ενός γερού μεθυσιού. το βρήκα έξυπνο, σκέψου δηλαδή όσο δυνατότερο το μεθύσι τόσο πιο εξωπραγματικό το χάνγκοβερ. σα να ζεις σε δίνη μέχρι το επόμενο. επίσης μου είπαν ότι οι νορβηγοί όταν τους ρωτήσεις με πόσους ανθρώπους έχουν κάνει σεξ στη ζωή τους η πρώτη ερώτηση που θα σου κάνουν είναι νηφάλιοι ή μη. το σεξ έρχεται τις περισσότερες φορές υπό την επήρεια και εκεί μπορεί να προκύψει και κάποια εγκυμοσύνη οπότε καλούνται να ενώσουν και κάπως έτσι τις ζωές τους αν νιώθουν και σε κατάλληλη ηλικία. τα συναισθήματα δεν είναι το φόρτε τους. δεν τους απασχολούν για τον προφανή λόγο ότι δεν τα νιώθουν έντονα. πώς να είναι άραγε να περνάς την περισσότερη ζωή σου μέσα σε ένα ατελείωτο χάνγκοβερ σχεδόν άνιωθος; ίσως, κι αυτό κάποιοι να το θεωρήσουν έξυπνο, δεν περιπλέκουν τα πράγματα στη ζωή τους. πόσο αντιφατικό είναι για έναν οργανισμό που έχει μάθει να ζει στο ψύχος σωματικά και συναισθηματικά να υπερθερμαίνεται. το φαινομένο του θερμοκηπίου και της αύξησης της στάθμης της θάλασσας με το λιώσιμο των πάγων σε άνθρωπο. να είσαι η ψυχρή νορβηγία και να βουλιάζεις καίγοντας. ο πυρετός καμιά φορά φέρνει και παραισθήσεις. εγώ νομίζω ότι είναι έντονες μνήμες. όπως τότε που σου έλεγα ότι καίω τα πρωινά που σηκώνομαι και μου έλεγες ότι αντανακλούν οι επιθυμίες. κι όταν ξυπνούσες μετά από λίγο κι εσύ με καυτή σάρκα έλεγες ότι σε κόλλησα τον ιό του σε θέλω.
σχεδόν δύο χρόνια άκαπνη σου έβαζα φωτιά σε έκαιγα και σε κάπνιζα ολόκληρο κι ας είσαι η ψυχρή νορβηγία, το πολύ πολύ να βουλιάξεις καίγοντας.


εικοσιτετράωρα στο σώμα μιας άλλης

ξυπνάει μέσα στη νύχτα από εφιάλτες. δεν τρομάζει ούτε φοβάται. οι εφιάλτες είναι τα άσχημα όνειρα. μα σαν τα άσχημα όνειρα γίνονται πραγματικότητα πώς να φοβηθείς τους εφιάλτες. σιχτηρίζει την πραγματικότητα που κάνει επισκέψεις τώρα και στον ύπνο. ανασηκώνεται, όπου να ‘ναι θα άκουγε τον ήχο του ξυπνητηριού. έχει αποφασίσει ότι θα ήθελε να διαθέτει το χάρισμα
της επιλεκτικής ακοής. ατύχησε κι εκεί. εκείνη ακούει τα πάντα, ακόμα κι όλα όσα δεν ακούγονται. έχει δοκιμάσει να κλείσει τ’ αυτιά της μα οι φωνές κι οι ήχοι ακούστηκαν τότε πιο δυνατά. σηκώνεται γρήγορα γρήγορα κι ετοιμάζεται σε τρία λεπτά. νιώθει καλά εκπαιδευμένη. πριν φύγει από το δωμάτιο του ρίχνει μια ματιά. κοιμάται βαθιά. άνεργος δύο χρόνια. τουλάχιστον γαμάει καλά. τώρα τελευταία τον βαριέται όμως ή τον λυπάται δεν ξέρει. άσε που και τα δύο πάνω κάτω το ίδιο νόημα βγάζουν. μένει μαζί του γιατί εκείνος βρίσκεται πάντα σε μειονεκτική θέση οπότε δεν έχει καμία απαίτηση. δε ζητάει. τι ωραία να μην περιμένει τίποτα ο άλλος από εσένα. ευτυχώς που φεύγει κάθε πρωί όμως για την δουλειά και γυρίζει το απόγευμα διότι θα πέθαινε από πλήξη. στο γραφείο η ζωή κυλά συναρπαστικά καθώς το αφεντικό της με την κοπέλα που κάθεται πλάι της έχουν παράνομη σχέση. η παρανομία εξιτάρει πάντα τα καθωσπρέπει κορίτσια της αστικής τάξης. ίσως αν της έλειπαν τα πολλά χρήματα κάποια πράγματα ν’ αποκτούσαν ενδιαφέρον σιγά σιγά. ζηλεύει την διπλανή της όχι για τον γκόμενο αφεντικό αλλά γι αυτό το κάτι που της συμβαίνει. η διπλανή της, όπως συνηθίζει να την λέει, είναι το πρώτο άτομο που την καλημερίζει κάθε μέρα. την μισεί όλο και περισσότερο γιατί έχει τόσα λιγότερα από εκείνη και είναι τόσο πιο ευτυχισμένη. πρέπει να τη νικήσει, να μην την αφήσει άλλο να της τρίβει την ήττα της στην μούρη. αυτό το χαμογελαστό πρόσωπο την σαρκάζει, την κοροϊδεύει, βλέπει την μιζέρια της. ένα πρωί της είχε φτιάξει και καφέ να την περιμένει. στη συνέχεια μπήκε στο γραφείο του αφεντικού και τον άφησε να την πάρει από πίσω. είχε αφήσει ελάχιστα την πόρτα ανοιχτή για να βλέπει. αφού τελείωσε ίσιωσε το πουκάμισο της κι έκατσε στην καρέκλα της. θα το αφήσει να περάσει έτσι; πέρασαν μέρες, μήνες. είχε σταματήσει ν’ ασχολείται μαζί της. σα να έφτιαχναν λίγο και τα πράγματα σπίτι. δεν βαριόταν τόσο πολύ. ήρθαν τα χριστούγεννα. ανήμερα ήταν και τα γενέθλιά της. διοργάνωσε ένα πάρτι καλώντας τους όλους. το αφεντικό θα ερχόταν με τη γυναίκα του κι η διπλανή της με τον αρραβωνιαστικό της. μα εκείνη ούτε που είχε δώσει σημασία όμως στο γεγονός της συνάντησης των δύο άλλων γυναικών. αργά το βράδυ η γυναίκα του αφεντικού έχοντας πιει αρκετά άρχισε στα ξαφνικά έναν ντελίριο μίσους προς την διπλανή της. τα ήξερε όλα. το πάρτι έληξε άδοξα κι οι αμηχανίες στιγμές διαδεχόντουσαν η μία την άλλη. έφυγαν όλοι, η διπλανή της έμεινε να κλαίει καθώς ο σύντροφός της την είχε παρατήσει. προς στιγμή ένιωσε λύπη για την διπλανή της. μέσα σε μια μέρα τα είχε χάσει όλα. η ευτυχία της πήγε περίπατο. της πρότεινε να μείνει για λίγο μέχρι να συνέλθει και να της φτιάξει ένα ζεστό ώστε να μπορέσει να οδηγήσει. τους άφησε μόνους στο σαλόνι. το νερό έβραζε καλύπτοντας τις φωνές τους. πήγε να ρωτήσει αν θέλει και κάτι να φάει. αυτά που άκουσε την έκαναν να κοντοσταθεί. η διπλανή της του έλεγε ότι πλέον έχει φτάσει η ώρα να πάρουν ότι λεφτά έχουν μαζέψει από εκείνη και το αφεντικό και να εξαφανιστούν. πριν δύο μέρες τον είχε βάλει στο λογαριασμό της σκέφτεται. τι ηλίθια. γύρισε πίσω σα να μην συμβαίνει τίποτα. δεν μίλησε καθόλου. μια από τις επόμενες μέρες έγινε ένα τροχαίο. επέβαιναν στο αμάξι η διπλανή της και ο φίλος της. το αμάξι είχε βγει εκτός ελέγχου και είχε τυλιχτεί στις φλόγες. εκείνη δεν τα κατάφερε. εκείνος με εγκαύματα παντού, εντελώς παραμορφωμένος.
άραγε τυχαίο; θεία δίκη; ανθρώπινος παράγοντας;
ξεκίνησε ν’ αναπνέει. σταμάτησε τ’ ατελείωτα εικοσιτετράωρα στο σώμα μιας άλλης. το ξυπνητήρι της θύμιζε πως όλοι οι εφιάλτες στην πραγματικότητα είναι πιο αληθινοί.