Monthly Archives: Ιανουαρίου 2014

σταυρική ηλικία

η τ., η καλύτερη φίλη που είχα ποτέ, μου έλεγε: «δεν θα φτάσεις στα τριάντα; θα δεις. εκεί να δεις κρίση ηλικίας». γελούσα γιατί ποια κρίση να περάσω στα τριάντα εγώ; γκόμενο, σύντροφο, άντρα, οικογένεια, φίλους, ιδεολογίες, στάση ζωής και πιστεύω τα είχα ολοκληρώσει με τσαμπουκά ίσως, πολύ πριν πατήσω τα τριάντα. τί να μου πουν τα τριάντα;
όσες φορές έχω νιώσει σίγουρη και ήσυχη για κάτι έχει πέσει πάνω μου με τέτοια ταχύτητα που έχω μόνιμες χαρακιές απ’ την σύγκρουση. η σιγουριά δεν μου πάει.
τα τριάντα έχουν περάσει. η τ. δεν είναι πια η καλύτερή μου φίλη. δεν είναι καν φίλη. όχι δεν μαλώσαμε. δεν μαλώνω. ακυρώνω. κι αυτό είναι χειρότερο μάλλον. την είδα μετά από πολύ καιρό την επομένη των τριακοστών τρίτων γενεθλίων μου και συμφωνήσαμε πως είμαστε άλλες πια. πως είναι ταλέντο να βεβαιώνεις τους ανθρώπους πως έχουν τελειώσει για σένα. εν αντιθέσει εμείς όταν μέναμε κάπου δεν μπορέσαμε να το καταστήσουμε σαφές.
ο κύκλος με την οριζόντια γραμμή, αυτός ο τόσο άλλος που δεν συμβαδίσαμε ποτέ και σε τίποτα μου έφερε ένα καθυστερημένο τίποτα, δώρο το είπε. ορθολογιστικά πρέπει να ισούται με την ενός έτους μισθοδοσία μου. και δεν απόρησα γιατί αξίζω κάτι τόσο ακριβό. αφενός γιατί η τιμή του υλισμού μετριέται με ένα μάτσο χαρτιά πατροναριστικής προέλευσης, αφετέρου γιατί η επένδυσή μου κάτι θα έπρεπε να αποδώσει. γιατί όσο ξένος και να γίνεται κάποιος η επένδυση πάνω του είναι μαθηματικό θέσφατο και μέσα στα απόλυτα νούμερα οι προβλέψεις θα εξελιχθούν σε αποτέλεσμα. αιχμηρό, απτό και δεδομένο. έχοντας επιλέξει παράγοντες και συνιστώσες που του αρμόζουν. κι όταν η συναισθηματική επένδυση αποκρούεται κι απαντιέται με ένα επώνυμο κουτί δεν στέκεσαι στην αναπηρία αντιστοίχισης του μεταξύ τους εμπορίου μα στην ανταπόκριση του τρόπου. ο κίνδυνος του δίνω μήλα και παίρνω ντομάτες, ανόμοια δηλαδή, εξαφανίζεται. κόκκινα ήταν και τα δύο.
στο ανόμοια κόκκινο δώρο επέλεξα να φερθώ σαν τα σκουλαρίκια που πήρα ένα μεσημέρι απ’ τον πλανόδιο ράστα στο μοναστηράκι και πάνω τους φιγουράρει η φρίντα αυστηρή όμορφη αλλά θαμπή απ’ την φτήνια των υλικών.
κάπως έτσι η σοφία της σταυρικής μου ηλικίας με ανάγκασε ν’ αφήσω τη μάχη με το θ μου, κι ας έκλεινε όλα τα λάθος θέλω μέσα του. τα άφησα όλα κάτω. ξαφνικά χωρίς λόγο.
τη θέση της μάχης λαμβάνει μια παιδική ειλικρίνεια απευθυνόμενη σε άλλο, σχεδόν άγνωστο πρόσωπο εθισμένο σε τριγωνική στάση φύσει και θέσει. κι η απάντησή του απορρίπτει την ειλικρίνεια μετά μανίας από προσποίηση μη κατανόησης των δεδομένων ή και πραγματικής άγνοιας μπορεί, κατηγορώντας για δαγκωμένη ζεστασιά το πιο ξεκάθαρο καυτό ναι και όχι που βρέθηκε κοντά του.
η ίδια σταυρική ηλικία επιλέγει απλά να μην. μια ιδιότυπη άρνηση χωρίς να δίνει αρνητικό πρόσημο, ούτε καν μηδενίζει, γιατί το μηδέν δεν είναι πολλαπλασιαστής ούτε διαιρέτης.
και καταλήγω να διαιρώ το τριάντα τρία ως νούμερα κι όχι ως σύνολο. και κάνουν ένα. και ένα λένε ίσον κανένα. μα το θηλυκό του είναι μία. και η μία υπερβαίνει τις υποδιαστολές και τα δέκατα.
ο άλφα δε, πρόσφατα αναθεώρησε αυτό που κάποτε υποχρεώθηκε να ισχυριστεί, κάνοντας νέα αρχή στο τέλος του.
τώρα λοιπόν φίλη μου τ. η σταυρική μας ηλικία δεν στρογγυλοποιείται. σμιλεύεται αιχμηρά, ισορροπεί, τραβώντας στα άκρα.


το slang που φοβίζει*

παραμονή πρωτοχρονιάς πρωί βρέθηκα στην ομόνοια με μια βροχή που δεν ήταν ούτε ψιχάλες αλλά ούτε καταιγίδα. μια βροχή μέτρια. μέτρια λόγω έντασης, μέτρια λόγω αυτών που κατάβρεχε – ανθρώπων και δρόμων – σε μια μέτρια πόλη με μέτρια σύννεφα και ηχόχρωμα. τόση μετριότητα που την βλέπω να παίρνει σχήμα, ν’ απλώνεται πάνω μας, ν’ αγγίζει το δέρμα μας και εκεί που νομίζεις ότι θα περάσεις από μέσα της σε διαπερνά αυτή και σε φυλακίζει ταυτόχρονα. σκηνικό που δημιουργεί μια δυσάρεστη συμμετρία. η συγκεκριμένη βροχή έχει τη βεβαιότητα ότι δεν μπορεί να ξεπλύνει τίποτα. παλεύει να ξεπλυθεί πάνω στο σώμα του άστεγου που έχει απλώσει τα υπάρχοντά του πλάι στα μαγαζιά όπου ρομποτικοί άνθρωποι ετοιμάζουν μαυροζούμι για άλλους ρομποτικούς ανθρώπους προκειμένου ν’ αρχίσουν ή ν’ αντέξουν την μέρα τους. στο σημείο αυτό υπάρχει ένα κενό στην μετριότητα μα είναι απροσπέλαστο, δεν μπορεί να εισέλθει κανείς, ούτε καν η βροχή.
στα πλαίσια του γιορτινού κλίματος της βουβά πολύβουης πλατείας έχουν στηθεί αυτά τα πέντε φωτεινά γράμματα με τα αστέρια τριγύρω και σκέφτομαι ότι η πιο όμορφη εικαστική παρέμβαση που θα μπορούσε να γίνει είναι να κρατήσουμε το πρώτο και το τελευταίο άλφα και την θέση των ενδιάμεσων γραμμάτων να πάρουν το ήτα, το δέλτα και το γιώτα με αυτή τη σειρά. στη φωταγωγημένη ΑΗΔΙΑ θα μπορούσε να φωτογραφηθεί και ν’ αποτυπωθεί ακριβώς όλη η αίσθηση της πόλης.
κατεβαίνοντας στον πορτοκαλί σταθμό του ηλεκτρικού με θυμήθηκα πιτσιρίκα να παίρνω το αστικό απ’ τη νίκαια, με άφηνε στην μενάνδρου και να συνεχίζω μπαίνοντας στο τρένο για να κατέβω κάπου στα κάτω πατήσια. είχα εξηγήσει τότε στον εαυτό μου γιατί οι τοίχοι του σταθμού έχουν πορτοκαλί χρώμα. πρεζάκια σουτάρουν στην επιφάνεια πάνω απ’ το σταθμό, το κόκκινο αίμα τους ποτίζει, αναμειγνύεται με το γκρι του τσιμέντου, το διαπερνά και καταλήγει να βάφει τα πλακάκια με αυτό το χρώμα. το πρόβλημα είναι ότι μάλλον εξακολουθώ να το πιστεύω και έχω την ίδια ανατριχίλα της πρώτης φοράς που μπήκε αυτή η ιδέα στο μυαλό μου.
το τρένο έρχεται μα είναι ένα τρένο νωθρό και βαριεστημένο. έχει κάνει την διαδρομή τόσες φορές που αγκομαχά πάνω στις ράγες με την επανάληψη να γδέρνει ότι έμψυχο και άψυχο συναντά. παρατεταμένη η στάση του στην ομόνοια σήμερα το πρωί, σα να εχει χαθεί το νόημα της μετακίνησης. μέσα στο βαγόνι λιγοστός κόσμος με αποτέλεσμα την προσοχή να τραβήξουν δυο άνθρωποι που χρησιμοποιούσαν την ομονοιακή αργκό αγνοώντας τους υπόλοιπους, αλλά και ολόκληρο το σύμπαν. οι υπόλοιποι πάλευαν να μεταφράσουν τις εκφράσεις τους. βαρέθηκαν την παραμονή τους στο ίδιο σημείο και έφυγαν με τον ίδιο τρόπο που είχαν μπει. σαν βαριές σκιές.
τα απορημένα βλέμματα και οι ψίθυροι των υπολοίπων έγιναν φωναχτές ερωτήσεις «μα τι σημαίνει αυτό, τι το άλλο;». είδα φρίκη και αηδία στα πρόσωπά τους, ένιωσα την απέχθεια στη φωνή τους, μπορεί να είμαι υπερβολική του συναισθήματος αλλά αντίκρυσα κι ένα είδος μίσους. δεν ξέρω γιατί μπήκα στη διαδικασία να απαντήσω και να επεξήγησω σ’ ένα νέο ζευγάρι τα λεγόμενά τους. δεν ήμουν καθόλου ειρωνική. σα να μην είχα κανένα συναίσθημα. ανέκφραστη. με κανένα χρωματισμό στη φωνή. σταμάτησαν ακαριαία να μιλάνε με ζωγραφισμένη στα μάτια τους την έκπληξη για το πως γνώριζα και κατανοούσα μια διάλεκτο όπως η ομονοιακή αργκό. αυτόματα κοίταξαν τα μαλλιά μου, τα ρούχα μου, τα χέρια μου, με τόση επιμονή, που θα παρακαλούσαν να είχαν ακτίνες Χ για να δουν τα σημάδια στο δέρμα μου κάτω απ’ τα ρούχα. δεν έβρισκαν τίποτα. αυτή μου είπε «μα πως;». ήθελα πολύ να της φωνάξω δυνατά να καταλάβει ότι οι άνθρωποι που έφυγαν ήταν άρρωστοι. η αρρώστια τους, που στα ξινισμένα της μούτρα είδα την αισθητική της να προσβάλλεται, δεν πρέπει να αποτελεί αιτία κοινωνικού αποκλεισμού και περιθωριοποίησης αλλά αιτία εναγκαλισμού και βοήθειας. ήθελα να της πω ότι το να γνωρίζει κάποιος την ομονοιακή αργκό δε δηλώνει απαραίτητα ότι είναι νυν ή πρώην χρήστης. μα ακόμα και να συμβαίνει οι ανθρωποφάγοι ας κρατήσουν την όρεξή τους, γιατί οι συγκεκριμένοι άρρωστοι πολεμάνε πιο πεινασμένο εχθρό. ήθελα να της πω πως θα μπορούσα να έχω φίλο στην ίδια κατάσταση ή μέλος της οικογένειάς μου. ήθελα να της πω πως θα μπορούσα να ήμουν εθελοντικό μέλος ρε ηλίθια σε κοινότητες απεξάρτησης αρκετά χρόνια, που εκεί μοιράστηκα και πήρα τόση αγάπη, τόση ανθρωπιά και ζεστασιά που νιώθω πως θα μου έφτανε να ζήσω μόνο μ’ αυτή για την υπόλοιπη ζωή μου και για την άλλη ζωή, ακόμα κι αν επέστρεφα ως γάτα κι ήμουν εφτάψυχη.
ήθελα να της πω πως γι’ αυτό η φωταγωγημένη αηδία της πλατείας που έχει διαπεράσει κορμιά, αρμούς, σίδερα, μπετόν, ψυχές, ακόμη και τη βροχή που πέφτει, δεν έφτασε σ’ εμένα. γι’ αυτό χαμογέλασα και έφυγα απ’ το βαγόνι. ένα άλλο τρένο περιμένει κάπου όπου η ομονοιακή αργκό και κάθε μορφή έκφρασης «διαφορετικότητας» φωταγωγεί την αγάπη.

*ο τίτλος είναι του @smallaxe1980