Monthly Archives: Νοέμβριος 2013

γειτονοφόνισσα

θέλω να πω στην διαχειρίστρια να ξηλώσει τον καθρέφτη απ’ το ασανσέρ

δεν αντέχω το είδωλο της δίπλα στο δικό μου

δεν το κάνω για να βλέπει τα γυαλιστερά γλοιώδη μούτρα της απ’ τα φτιασίδια στον καθρέφτη

έχω πειστεί ότι της προκαλεί την ίδια αηδία η όψη της που τον καθαρίζω κάθε μέρα για να βασανίζεται πιότερο

θέλω να της κλείσω το χέρι στην πόρτα του ασανσέρ μέχρι να πάρει το κόκκινο χρώμα των μαλλιών της

αυτό το χέρι που πετάει κάθε βράδυ στα σκουπίδια το φαΐ που κατεβάζω στ’ αδέσποτα νεογέννητα γατιά

θέλω να της βάλω το κεφάλι στα σκουπίδια

να την υποχρεώσω στο μόνο αξιοπρεπές γεύμα που της αρμόζει

θέλω να κόψω το συρματόσκοινο την ώρα που κατεβαίνει το απ’ τον τέταρτο με το ασανσέρ

να βρεθεί σε δευτερόλεπτα πεσμένη στην σκοτεινή αποθήκη της στο υπόγειο

τα περσικά της χαλιά να βρουν λόγο ύπαρξης και να την κουλουριάσουν

να της μεταδώσουν την αίσθηση των χεριών που τα έφτιαξαν για λίγα ψίχουλα

θέλω να της κλέψω την υστερική φωνή που ουρλιάζει απ’ το μπαλκόνι

κάθε βράδυ στ’ αραχτά παιδιά που δίνουν ζωή στον πεζόδρομο

να γίνει η μόνιμη φωνή μέσα στον κεφάλι της που δεν μπορεί ν’ ακούσει κανείς άλλος

μου χαλάει τα σχέδια ο κεραυνός που έκαψε τις ασφάλειες του ασανσέρ

έμεινε το ασανσέρ ν’ αιωρείται μεταξύ δεύτερου και τρίτου ορόφου

αχ κεραυνέ γιατί τις ασφάλειες άψυχου μηχανήματος και όχι την ασφάλεια έμψυχου ανθρωποειδούς

το κόλπο είναι να λύσω με το μυαλό μου το χειρόφρενο της μαύρου αμαξιού της

να πέσουν πάνω της όλα τα κορμιά που στοίβαξε ο καπετάνιος άντρας της στα καράβια

να την πλακώσουν τα λεφτά που πλήρωσαν με το αίμα τους όλοι αυτοί για μια υποψία αύριο

να μην έχει αύριο, μόνο χτες και μάτια να την κοιτούν βασανιστικά διηγούμενα την κάθε στιγμή τους

δεν θέλω το τέλος, αν και η μικροψυχία της δεν θα μπορούσε ν’ αντέξει ούτε βλέμμα


Πάλι εδώ, αλλά αλλιώς

-Στις 8 το πρωί να είσαι εδώ, νηστικιά και το κεφάλι ψηλά ε;
-Ναι, ναι, θα είμαι….
Άλλη απάντηση δεν είχα να του δώσω μάλλον. Τι να έλεγα; Βαρέθηκα; Όχι, δεν θέλω να έρθω. Όχι, το κεφάλι μου έχει πέσει και δεν κρατιέται ψηλά πια; Δεν είπα τίποτα. Έφυγα και την επόμενη μέρα ήμουν εκεί, όπως μου είχε πει. Αν μπορούσα, ας έκανα κι αλλιώς.
Ήξερα ακριβώς πού να πάω και τι να κάνω. Ήταν η τρίτη φορά εξάλλου. Τελειώνοντας τα διαδικαστικά, έβαλα ακόμα μία φορά ρομπίτσα και μπήκα σε αυτά τα μικρά δωματιάκια που έχουν 2-3 κρεβάτια το καθένα. Εκεί απλώς κάθεσαι και περιμένεις ν’ ακούσεις το όνομα σου. Συνήθως έχεις παρέα κι άλλες κοπέλες-γυναίκες που περιμένουν κι αυτές με τη σειρά τους ν’ ακούσουν το «περάστε κα τάδε».
Στο δωμάτιο ήμασταν εγώ κι άλλες δύο κοπέλες στην ηλικία μου, απ’ όσο μπορώ να καταλάβω. Η αμηχανία ήταν τόσο έντονη που 2-3 φορές δεν κατάφερα να συγκρατήσω τα γέλια μου. Πρέπει να γέλασα απαίσια ειρωνικά, γιατί με κοίταξαν καλά καλά κι οι δυο τους φοβισμένες.
Σταμάτησα να γελάω και βυθίστηκα στις σκέψεις μου. Ξέχασα ότι ήταν κι εκείνες στο ίδιο δωμάτιο μαζί μου. Το λόγο που είχα έρθει δεν μπορούσα να ξεχάσω. Αυτή η φορά ήταν διαφορετική. Δε φοβόμουν καθόλου, εν αντιθέσει με τις προηγούμενες δύο. Λες να μου έγινε συνήθεια; Μπα όχι, δε συνηθίζεται αυτό. Απλώς ήθελα τόσο πολύ να τελειώνει. Να γυρίσω σπίτι. Όμως, ένιωθα και τώρα το ίδιο κενό μέσα μου, αν και ήταν λίγο πιο βαθύ απ’ την προηγούμενη φορά.
Με έβγαλε από τις σκέψεις μου η νοσοκόμα που μπήκε με φόρα στο δωμάτιο και άρχισε να με ρωτάει φωναχτά ποια εβδομάδα διανύω για να συμπληρώσει τα χαρτιά της. Είχε τέτοια άνεση που μου γεννήθηκε αμέσως η επιθυμία να της φέρω στα μούτρα το ντοσιέ με τα χαρτιά.
-Λοιπόν, σε ποια εβδομάδα είστε;
-(Ήμουνα ηλίθια, ήμουνα!) Στην ενδέκατη μάλλον…
-Εντάξει, σε 10 λεπτά θα σας φωνάξουν.
Όπως μπήκε με φόρα, έτσι έφυγε. Μόλις βγήκε απ’ την πόρτα, πετάχτηκα σαν ελατήριο από το κρεβάτι που καθόμουν με τα πόδια ριγμένα στο πλάι. Κάτι μ’ έπνιγε στο λαιμό και τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα.
«Γιατί δε διόρθωσα το λάθος της; Γιατί;»
Μάλλον, τα κορίτσια δίπλα μου ένιωσαν κάτι παρόμοιο και μου χαμογέλασαν συγκαταβατικά.
«Ας πω κάτι για να σπάσει ο πάγος», σκέφτηκα.
-Κορίτσια για τον ίδιο λόγο είμαστε όλες εδώ φαντάζομαι ε; («Μα άλλη χαζομάρα δεν βρήκα να πω;» σκέφτηκα από μέσα μου.)
-Ναι κι εγώ έτσι νομίζω. Με λένε Μ.
Τη στιγμή εκείνη καταλάβαμε και οι δύο ότι η τρίτη κοπέλα δεν ήξερε ελληνικά και δεν είχε και καμία διάθεση για κουβεντούλα.
Η Μ. όμως το είχε ανάγκη και άρχισε να μου λέει την ιστορία της.
Ήταν μεγαλύτερή μου τελικά, 35άρα, παντρεμένη 7 χρόνια. Ήταν η έκτη της φορά εκεί. Δεν είχε παιδιά. Δεν τα είχε καταφέρει ακόμα. Όλες οι εγκυμοσύνες κατέληγαν σε παλίνδρομη, όπως κι αυτή. Κι όμως κατάφερνε και χαμογελούσε και μου έλεγε πως μπορεί η επόμενη φορά να είναι η σωστή. Όλα γίνονται για κάποιο λόγο και το μόνο που ήθελε ήταν το παιδί που θα έκανε να είναι ßυγιές. Δεν την ένοιαζε η δική της ταλαιπωρία.
Την παρατηρούσα να μιλάει. Καλή κοπέλα, υπομονετική. Ντράπηκα για μένα, για τις σκέψεις που έκανα πριν, για την κακία που έβγαζα γι’ αυτό το θέμα.
Προσπαθούσε να μου δώσει κουράγιο, χωρίς να ξέρει τη δική μου ιστορία.
Δεν τολμούσα να της πω. Τα λεπτά περνούσαν βασανιστικά αργά, αλλά σκέφτηκα ότι καλό θα ήταν να μιλήσω.
-Εγώ έχω ένα παιδάκι ήδη. Μετά από την πρώτη επιτυχημένη μου εγκυμοσύνη, ξεκίνησαν οι παλίνδρομες. Αυτή είναι η τρίτη…
-Είσαι τυχερή! Μπράβο! Να σου ζήσει, να είναι πάντα καλά! Και θα έρθει κι άλλο, θα δεις!
Δεν πρόλαβα να της απαντήσω αφού μπήκε πάλι φουριόζα η νοσοκόμα για να μου πει ότι ήταν η σειρά μου. Πήρα τη Μ. μία γρήγορη αγκαλιά και βγήκα απ’ το δωμάτιο, χωρίς να κοιτάξω πίσω.
Όλα τελείωσαν πολύ γρήγορα. Ήμουν έτοιμη να γυρίσω σπίτι. Μπήκα στο ασανσέρ για να πάω να συναντήσω τους δικούς μου που με περίμεναν με αγωνία, όπως πάντα. Έκανε μία στάση στον δεύτερο όροφο και μπήκε μέσα η βοηθός του γιατρού (μαία).
-Ωπ, τι κάνεις; Πάλι εδώ;
Δεν την παρεξήγησα. Κατάλαβα ότι της βγήκε αυθόρμητα.
-Ναι πάλι εδώ, αλλά αλλιώς…
Της έκλεισα το μάτι με νόημα και βγήκα από το ασανσέρ.


Φάροι

Αν τα λιμάνια δεν είχαν φάρους, μπορεί όλα να ήταν αλλιώς.

Θα ‘ταν κρυμμένα μυστικά ανάμεσα σε κομμάτια γης και θάλασσας.

Τα πλοία θα στοίχειωναν με τα ναυάγιά τους τα βράχια των ακτών και τον πυθμένα της θάλασσας.

Τα κορμιά θα ‘ταν τα λάφυρα των λιμανιών, το τίμημα της προσέγγισής τους.

Τα πουλιά θα ‘ταν οδηγοί των πλοίων σε νηνεμία, μα με άγνωστο και τυχαίο προορισμό.

Η αντάρα του καιρού θα ‘ταν πραγματικά ανίκητη.

Τα ταξίδια θα έπαιρναν άλλη μορφή, πραγματικής περιπέτειας και πάλης με το άγνωστο.

Οι φάροι κάνουν τα λιμάνια γνώριμα κι ασφαλή καταφύγια. Είναι η σημαία της κατάκτησης του ανθρώπου που υψώνεται στην είσοδο του λιμανιού. Προειδοποιητικά φώτα που αναβοσβήνουν σε μια γλώσσα που αποκρυπτογραφείται διαφορετικά από τον αποδέκτη, αλλά κάνουν γνωστές τις ιστορίες τους. Μαρτυρούν τα πάντα σχεδόν.

Τα λιμάνια τα γουστάρουν οι φευγάτοι.

Μικρές εκπλήξεις δίνουν τροφή κι επιθυμία γι’ αέναο ταξίδι χωρίς επιστροφή στο ίδιο λιμάνι.

Πού άρχισε το ταξίδι; Πού τελειώνει; Πρέπει να τελειώνει; Πώς ξεχωρίζει ο προορισμός;

Και τι φταίει πια για κάτι που ντύνεται με τον μανδύα της ασάφειας, κι όσο γίνεται πιο θολό και δυσνόητο τόσο σε προκαλεί. Απροκάλυπτο ερωτικό κάλεσμα.

Φταίνε οι φάροι που αναβοσβήνουν δείχνοντας την πορεία. Φταίνε που συνεχίζεται το ταξίδι.

Σβήσε το φως του Φάρου, ανέβα στην κορυφή του από τη στριφογυριστή εσωτερική σκάλα, ξεπερνώντας σκαλί σκαλί εγώ, υπερεγώ κι αυτό (εκείνο) και κοίτα στο σκοτάδι μέσα απ’ την ομίχλη. Η ομίχλη διαλύεται από τη δύναμη της σκέψης. Ή έφτασες ή διάλεξες άγνωστο προορισμό και αυτό το ταξίδι θα είναι το πρώτο σου.

Τη νύχτα αυτά. Τη μέρα δεν φτάνεις σε λιμάνια, ούτε διαλέγεις ταξίδια, ούτε καν ταξιδεύεις κι οι φάροι είναι διακοσμητικοί πύργοι καλωσορίσματος. Ολόκληρη η μέρα έγινε πια ο προθάλαμος της νύχτας.

Ένα φάρο να του σβήσεις το φως και να του πεις καληνύχτα.

 * λένε πως αν ενώσεις με μια νοητή γραμμή όλους τους φάρους της γης σχηματίζεται ο χάρτης της χαμένης Ατλαντίδας. Κι ελπίζω να μπορείς να καταλάβεις την μεταφορική χρήση του όρου «χαμένη Ατλαντίδα».


Ανώνυμοι άνεργοι

Στις 6.30 το πρωί ακόμα και στο κέντρο της Αθήνας κυκλοφορεί λιγοστός κόσμος. Σκέφτηκε να πάει τόσο νωρίς να πιάσει θέση στην ουρά του οαεδ, γιατί λογικά θα υπάρχει συνωστισμός σε τόσο κεντρικό κατάστημα. Φτάνοντας διαπιστώνει ότι ο οαεδ της Πειραιώς δεν υπάρχει και στη θέση του βρίσκεται ένα μαγαζί με κινέζικα ρούχα. Έκλεισε ο οαεδ ή τέλειωσαν οι άνεργοι; Τίποτα από τα δύο. Μεταφέρθηκε στην Σταδίου και βέβαια δεν υπάρχει καμία ταμπέλα που να το μαρτυρά ή ίσως έχει περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που τον επισκέφθηκε. Στη Σταδίου η έκπληξη είναι μεγάλη διότι η ουρά που φανταζόταν αποτελείται πια από τρεις τέσσερις ανθρώπους. Απολυμένοι που περιμένουν στωικά να γραφτούν σε αυτό τον μεγάλο κατάλογο της ανεργίας. Πως εξηγείται ο τόσο λίγος κόσμος πια; Πιάνει κουβέντα με μια υπάλληλο και της εξηγεί ότι το μεγάλο κύμα ανεργίας ξέσπασε το 2010. Πλέον οι περισσότεροι που τον επισκέπτονται είναι περαστικοί για μια απλή ανανέωση της κάρτας που τους επιβεβαιώνει ακόμα μία φορά την επωνυμία της κατάστασή τους. Δηλαδή οι περισσότεροι είναι άνεργοι, λιγόστεψαν οι απολυμένοι συγκριτικά με άλλα έτη γιατί δεν υπάρχουν άλλοι να απολύσουν.

Απογοητευμένη από την διαπίστωση γυρίζει στην θέση της και κοιτάζει το φάκελο με τα χαρτιά της. Μήπως δεν το ήξερε; Το ήξερε, όπως ήξερε ότι κάποια δεδομένη στιγμή θα χρειαστεί να γράψει κι εκείνη το όνομά της σ’ αυτή την μακριά λίστα. Γρήγορα τελειώνει την διαδικασία παίρνει το μικρό καρτελάκι της και φεύγει. Κατηφορίζει με τα πόδια και σκέφτεται το πολλά υποσχόμενο επαγγελματικό της παρελθόν. Ουτοπία στο σήμερα. Εμπειρία, εξειδίκευση, πτυχία, όλα στοιβαγμένα μέσα σ’ ένα φάκελο και στην κορυφή του φιγουράρει η κάρτα. Πόσο βάρος έχει μια μικρή κάρτα που καταφέρνει να καταπλακώσει όλα τα υπόλοιπα. Τεράστιο.

Με γρήγορα βήματα φτάνει χαμηλά στην Σοφοκλέους, στα δεξιά της βρίσκεται στο κοινωνικό παντοπωλείο του δήμου. Επικρατεί χάος. Αμέτρητος κόσμος, στα πεζοδρόμια, στο παρκάκι ακόμα και στην μέση του δρόμου. Αναρωτιέται τι μπορεί να συμβαίνει. Σταματά για ένα τσιγάρο στο παρκάκι. Ο κόσμος περιμένει το μεσημεριανό συσσίτιο. Πάει από τόσο νωρίς για να πιάσει θέση, για να προλάβει να πάρει το συσσίτιο, συνήθως δεν φτάνει για όλους. Κάθε μέρα που περνάει πληθαίνει ο κόσμος. Παρατηρεί τους ανθρώπους. Όχι, δεν είναι μόνο άστεγοι, ναρκομανείς, αλλοδαποί αυτοί που περιμένουν για ένα πιάτο φαγητό. Δεν είναι όπως κάποτε. Δεν είναι στην ουρά του συσσιτίου οι κοινωνικές ομάδες που φανταζόσουν. Είμαστε όλοι εκεί, εγώ, εσύ, ο γείτονάς σου, κόσμος που έχεις συναντήσει, εύκολα θα μπορούσες να βρεθείς κι εσύ εδώ. Το τσιγάρο δεν το έκανε ποτέ. Άφησε το πακέτο σε μια γυναίκα περίπου τριάντα ετών που της διηγήθηκε ιστορίες για το ποιος είναι ποιος εδώ και πως ήταν η ζωή του πριν. Η γυναίκα αυτή με δύο πτυχία πρώην τραπεζικός υπάλληλος, απολύθηκε, χώρισε με τον άντρα της γιατί δεν άντεξαν άλλο την μιζέρια. Στην αρχή τους έκοψαν το φως, μετά το νερό κι έπειτα ήρθε ο δικαστικός επιμελητής με την έξωση στο χέρι. Ζει με τους χαμηλοσυνταξιούχους γονείς της, άνεργη τρία χρόνια. Κι έρχεται εδώ, πνίγοντας κάθε περηφάνια, περιμένοντας από το χέρι που της στέρησε όλα όσα είχε ελεημοσύνη με την μορφή ενός αναμφίβολου πιάτου φαγητού.

Έφυγε αφήνοντας πίσω την γυναίκα και τον υπόλοιπο κόσμο να περιμένει. Ένιωσε μια ανεξήγητη ευγνωμοσύνη που δεν είναι ακόμα στη θέση τους. Συνέχισε το βήμα της μέχρι την τράπεζα, είχε φτάσει σχεδόν σπίτι της όταν θυμήθηκε ότι πρέπει να περάσει από εκεί για να πληρώσει λογαριασμούς. Στο διπλανό ταμείο ένας άντρας ζητούσε από τον υπάλληλο να του δώσει τα τελευταία 2,80ευρώ που είχε ο λογαριασμός του μέσα. Ο υπάλληλος αλλά κι εκείνη δεν κατάφεραν να μην τον κοιτάξουν περίεργα. Ο άντρας τους κατακεραύνωσε λέγοντας ότι με αυτά τα γαμημένα 2,80ευρώ θα πάρει δυο κουτιά γάλα για τα παιδιά του γιατί είναι 1,5χρόνο άνεργος.

Άνεργος, άνεργη, ανεργία. Παντού η ίδια λέξη. Παντού ο ίδιος φόβος, η ίδια απόγνωση.

Να λοιπόν που ήταν ο κόσμος που περίμενε να δει στην ουρά του οαεδ. Στο δρόμο, στα κοινωνικά συσσίτια, στις τράπεζες εξαργυρώνοντας τα τελευταία ευρώ για να περάσουν ακόμα κάπως λίγες μέρες. Έστω και μια μέρα.

Κι εκεί δεν έχει κανένας όνομα, καμία λίστα του οαεδ δεν σου δίνει δικαιώματα κι ελπίδες, ούτε καν επωνυμία. Όλοι μπροστά στον τοίχο ΑΝΕΡΓΙΑ είναι ανώνυμοι, κάνεις δεν θα φορτωθεί το τσουβάλι της ανεργίας, το βάζουν στην άκρη και μόνο το γεμίζουν.

Ανώνυμοι άνεργοι της εποχής μας καλή τύχη.