μισό δεύτερο 

το δεύτερο μισό της ζωής ξεκινά εκείνη τη στιγμίτσα που προτιμάς τη θερμοκρασία του νερού στο μπάνιο λίγο χλιαρή. τότε που ψηλαφίζεις μια δυο ρυτίδες και τις υπολογίζεις σε ρωγμές που αναδύθηκαν από μέσα προς τα έξω. και το αποτέλεσμα κουμπώνει σωστά. η μία έγινε στην τάδε απώλεια και η άλλη στον δείνα χωρισμό. καμιά φορά, αν δεν έχει συμβεί ήδη, συνοδεύεται με εργασιακή παραίτηση, όχι από το Χ κάτεργο αλλά από τις προσδοκίες. αν είχες φιλοδοξίες ψοφάνε η μια πίσω στην άλλη. βαφτίζεις την μετριότητα ηρεμία. σε κάλμα όλοι οι νευρώνες μη φοβούμενος τη νιρβάνα. ακόμα κι αν στο δεύτερο μισό απομυζείς υπάρξεις για ελιξήριο κυρίως, μπολιάζεις νοθευμένα υλικά. το ξέρω εγώ, στο λέω γιατί το έχω κάνει πολλές φορές. ο τάσος μου είχε πει κάποτε ότι η εμπειρία σου στερεί τον αυθορμητισμό και ρίχνει όλες τις πιθανότητες για ευτυχία. να μιλήσει η στιγμίτσα για ευτυχία κανείς άλλος. ειδικά αυτοί που γενικολογούν τόσο συχνά και οι αναφορές τους δεν εφάπτονται ούτε σε άνθρωπο ούτε σε κατάσταση με αποτέλεσμα το ενδιαφέρον να νοείται εξ ορισμού γενικό. το δεύτερο μισό της ζωής λοιπόν είναι ενα ποτήρι παλαιωμένο ουίσκι που τα παγάκια μέσα του έχουν λιώσει. συνεπώς η δροσιά θα κρατήσει για όσο. η γεύση κράτα λίγο παραπάνω. και μόνο στο δεύτερο μισό μπορεί να ξεχιλίσει το ποτήρι. γλυκόπικρο* 

ανάστροφα είναι μισό δεύτερο, δηλαδή στιγμίτσα.


χειρολαβή

πάντα, η ζωή, μου θύμιζε λεωφορείο της γραμμής. άλλοτε έρχεται στην ώρα του, άλλοτε με μικρή ή ακόμα και με μεγάλη καθυστέρηση. το πρωινό δρομολόγιο των οχτώ και δέκα δεν μεταφέρει ανθρώπους ακριβώς. σαν σαρδέλες στιβαγμένες μοιάζουν ο ένας πάνω στον άλλο. το δρομολόγιο των δώδεκα, το τελευταίο της ημέρας, είναι ο απόηχος του σήμερα. λεωφορείο σχεδόν άδειο, λίγοι σκόρπιοι επιβάτες ριγμένοι στις θέσεις τους. εξαντλημένοι, σχεδόν αποκοιμισμένοι μένουν να τους ξυπνάνε οι αναταράξεις από τις λακούβες. κάποιοι χτυπάνε εισιτήριο για την διαδρομή και κάποιοι άλλοι μένουν λαθρεπιβάτες είτε από έλλειψη στο αντίτιμο της ζωής είτε από στάση ζωής. οι καθιστοί θα έλεγες ότι βιώνουν μια μικρή πολυτέλεια, ενώ οι όρθιοι έναν εξαναγκασμό στην ταλαιπωρία. στις χειραποσκευές κρύβεται το αδιέξοδο της ύπαρξης. ο εκούσιος ταλανισμός του να ζεις μια ζωή υποχρεωτική με όρους. συμβάσεις υπογεγραμμένες σε χρόνο ουδέτερο μακριά από τη ενσυναίσθηση. στα φρεναρίσματα όλοι ψάχνουν από κάπου να κρατηθούν. χειρολαβές συγκεκριμένου αριθμού και με προκαθορισμένη αντοχή στην πίεση. η διαδρομή μια μικρή ωδή στο μάταιο της επανάληψης. το πάτημα του κουμπιού για να κατέβεις στην επόμενη στάση δεν είναι έξοδος διαφυγής, μα νέα καμπύλωση στο κυκλικό παράταιρο με διάρκεια μη ρεαλιστικά μετρήσιμη. εναλλαγή των επιβατών με χαμηλό κίνητρο διάσπασης της συνήθειας. νεωτερισμός του γαϊδουριού. λεωφορείο ο διακεκομμένος πόθος κι η μπλανς απούσα. 

*άνθρωπος αφήνει το χέρι απ’ τη χειρολαβή. πέφτει. κι η χειρολαβή σε ρόλο ανθρώπου. άλλοτε χειρολαβή κι άλλοτε μέγγενη. 


απεγκλωβισμός

αν υπήρχε δικαιοσύνη, κάθε φορά που απεγκλωβιζόμαστε από μια αδιέξοδη κατάσταση, θα έπρεπε η ενέργεια που παράγουμε να γκρεμίζει και μια φυλακή. όλο το νόημα του ανύπαρκτου, συμπυκνωμένο στις μετα-αλήθειες. μικρή αναφορά στον όλεθρο του γυαλαντζί ποιητή που προμοτάρει μέχρις εσχάτων το έργο του ασπαζόμενος τη συστημική σαπίλα των μέσων. με τη γλώσσα του επιδίδεται σε επαναλαμβανόμενο γλείψιμο των αρχιδιών που μέχρι πρότινος μαχόταν με όλη τη δύναμη της ποίησής του. με αυτό τον τρόπο εξάλλου πήρε την πρώτη του δημοσιότητα ως ποιητής της αντισυμβατικότητας, ως πολέμιος της κανονικότητας.

ο έζρα ήταν τεράστιος καλλιτέχνης μα μεγάλο αρχίδι. ποτέ δεν υποκρίθηκε κάτι άλλο από αυτό που ήταν, δεν θα έγραφε ποτέ αντιεξουσιαστικά πύρινα μανιφέστα για να γίνει αρεστή η ποίησή του, για να βραβευτεί ή να διαφημιστεί. ήταν επιστήθιος φίλος του μουσολίνι και του φασισμού και δεν το έκρυβε για να φτιάξει όνομα ή να στρώσει νομπελικά χαλιά.

το ξεπούλημα της τέχνης για λόγους καταξίωσης θα μπορούσε να είναι μια τέχνη από μόνο του. ολοένα κι ανεβαίνει το λέβελ της απόγνωσης για φήμη και φράγκα. 

ενδεχομένως να έχει μια δόση ποίησης ο τυχοδιωκτισμός της ύπαρξης με γνώμονα τον ίδιο, μα ποτέ με γνώμονα την αναρρίχηση πάνω στην ποίηση. 

ο ρεμπώ λίγο πριν πεθάνει ερωτήθηκε από ένα γνωστό του στο νοσοκομείο να του πει για την ποίηση, κι αυτός απάντησε «τι δουλειά έχει τώρα η ποίηση; χέστην». 

η άγνοια είναι ο καλύτερος σύμβουλος όχι απέναντι στο ναρκισσισμό, μα απέναντι στον καλλιτεχνικό εξευτελισμό της αποδοχής από την μάζα είτε της ποίησης ή της λεκτικής πεολειχίας.

τα όχι στην εμπορευματοποίηση είναι η άμυνα στο να κρατηθεί ζωντανή λίγο ακόμα η φλόγα, έστω η σπίθα, της πεποίθησης ότι αυτό που θα διαβάσεις θα σου κάψει τα χέρια που το κράτησαν, τα μάτια που το διάβασαν, τη γλώσσα που το διηγήθηκε μετά. 

με σύγχρονο το αγαπημένο παράδειγμα του αλέξη, ιδεολογία που ξεπουλήθηκε δεν υπήρξε ποτέ. έτσι είναι ο σοσιαλισμός σε συνάρτηση με τον καπιταλισμό, από άπλυτο σε κάνει ρέμο πρώτο όνομα στην μαρκίζα με γυαλιστερό κοστούμι, κι όσο πιο γυαλιστερό το κοστούμι τόση μεγαλύτερη η λήθη του παρελθόντος. 

τουλάχιστον ο παντελίδης έφερε τη γνησιότητα της λαϊκότητάς του κι αφού είχε τυφλωθεί από τον υπόκοσμο του λάιφσταιλ, των ντραγκς και της αναζήτησης του έρωτα στις βίζιτες. 

πώς μπορούν να χωρέσουν στο ίδιο κείμενο τόσο αντιφατικές μεταξύ τους προσωπικότητες; και βέβαια μπορούν, όπως ας πούμε ο ίδιος άντρας θα μπορούσε να πηδήξει ή να κάνει και σχέση ακόμα και με την μάινχοφ και με την πάολα. 

λίγους δεν μας άγγιξε η λήθη της ιστορίας. ακόμα τουλάχιστον. που ξέρεις, μπορεί να γίνουμε γάλλοι διανοούμενοι και τα βιβλία μας να τα μεταφράζει στα ρεπό του ο αύγουστος κορτώ, να πηγαίνουμε για παρουσίαση στη μενεγάκη και να δίνουμε δώρο βιβλία σε ξανθές υπάρξεις, υπογράφοντας στα στήθη τους. ο σάκης ρουβάς της λογοτεχνίας.

προχτές είχε γενέθλια ο νίκος ρωμανός και σκέφτηκα «αν μένει κάτι να ειπωθεί ας είμαστε συνεπείς».

αλήθεια, ο απεγκλωβισμός είναι η πιο ωραία φάση που μπορεί να περάσει κανείς ποτέ. ατόφιος κυνισμός με τη σωστή δόση ρομαντισμού. 


χωρίς πιν* 

αραίες μα ακραίες διαδρομές μέχρι το θάλαμο τέσσερα με έλλειψη συνάφειας. αναλύοντας την άγνωστη απαιτητική γυναίκα που απορρίπτει όλη τη λούμπεν μικροαστίλα της τάχα μου συμβίωσης. βρέχει αυτές τις μέρες μα τη βροχή που δεν μας βρέχει την βαριέμαι. όπως τους μέτριους έρωτες που δεν μας κατέστρεψαν ακόμη μια φορά. δεν ήταν μια συνηθισμένη περίπτωση. και πώς ξεχωρίζει το συνηθισμένο από το μη; το ιδιαίτερο από το μια απ’ τα ίδια; από τη δύναμη που χρησιμοποιούμε για να το καταστείλουμε ή να το εξισώσουμε. αντί για ξυπνητήρι θα ‘θελα δαγκωματιές στο λαιμό. τι κι αν χάσουμε λίγη σάρκα ακόμα. αντί για σιωπή θα ‘θελα να καπνίζαμε ένα ολόκληρο πακέτο μέχρι το φίλτρο συγκρουόμενοι. αντί για ό,τι ρηχόσπαρτο θα ‘θελα το όλα του απόλυτου που χαλάει το κάθε μας βόλεμα, την κάθε υπεκφυγή, την κάθε πτυχή του ισαποστασίτη που κρύψαμε ανεπιτυχώς. τρία άκαρπα θήτα που νικάνε κατά κράτος τα ανώδυνα. σα να εφάπτονται διαρκώς η τέχνη με το έγκλημα. αφού έχουμε τόσα βαρίδια για να βγούμε στην παρανομία, ας το κάνουμε εντέχνως. ανατροπή στο διδακτισμό που μας ποτίσαμε. όχι σε μια ακόμη εφήμερη κοινοτυπία.

θέλω να πω, μωρό μου, δεν είμαι ανέπαφη συναλλαγή. 


τριάντα έξι μωβ

τα χρόνια, μας μετράνε γυρνώντας να μας δουν

εκεί που κάποιος άλλος περίμενε να έρθεις 

εσύ διαρκώς έφευγες ψάχνοντας νέες αφίξεις 

ανακαλύπτοντας πως η πιο γλυκιά κατάκτηση της νιότης που φεύγει 

είναι η ησυχία της μοναξιάς στο όριο της εγκατάλειψης 

του μόνου ολόκληρου εαυτού σε αμφισβήτηση 

με το ίδιο εναπομείναν ανυπολόγιστο κόστος των επιθυμιών

έναντι στο μελοδραματικό πρόθεμα του ευ ζειν 

έχοντας στα χρωστούμενα τα ναύλα του πάμε παρακάτω 

σαν το ιδιόρρυθμο γιώτα του τρία κι έξι 

χωρίς ελαφριά απόκλιση από το μάταιο του έρωτος 

μωβ σημάδια στην κλείδα για την διατήρηση της ένωσης λίγο ακόμα 


άβατο πάθος 

​Όχι στην καμπύλη κανενός γεωμετρήματος

ούτε στα χυσίματα του συμβολισμού με βλακώδη στύση

αληταράδες άνεμοι που πνέουν ερημιασμένοι χωρίς αντίλογο θανάτου 

την ώρα που /δεύτερο που/ υπνώττουμε δύστυχοι ~ Νίκος Καρούζος 


το ξημέρωμα πάντα ξυπνάω 

και πηγαίνοντας στην κουζίνα 

βρίσκω τον Σπύρο να καπνίζει 

τις τζούρες της χαραυγής 

ενοχλημένος από την παρουσία μου 

μην τυχόν μοιραστεί τις εισπνοές 

της νυχτολήθης που καταλαγιάζει 

πάνω στα ακονισμένα μαχαίρια του τραπεζιού 

ενσαρκώνοντας στα θολά το σιντ βίσιους 

μετανιωμένο για τη νάνσυ του 

για κάθε νάνσυ του άβατου πάθους 

με χλωμή απόκρουση της νέας μέρας 

για νέα συμφωνία θανάτου 


ωδή στον εγωκεντρισμό 

της Α.

υπάρχουν δύο ερωτήσεις που μου γάμησαν τον εγκέφαλο, φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους. φαινομενικά. «τι θα κρατήσετε απ’ το ’16;» της Ευτυχίας και «νιώθετε κι εσείς ότι όταν εκστομίζουμε ερωτήσεις, μερικά ερωτηματικά στέκονται στον λαιμό και τον αγκυλώνουν;» της Φρίντας.

δυστυχώς δεν αντιλαμβάνομαι το θάνατο ως αναχώρηση. κάνοντας πέρα για λίγο την άρνηση, νιώθω ότι η μόνη λέξη που μπορεί να περιγράψει το θανάτο είναι η λεηλασία. ο πανικός του μη αναστρέψιμου δίνει τη θέση του στο χειμμαρώδη εγωισμό και όσο ρεαλισμό και αν καταπίνω, όσο  κυνισμό και αν ξερνάω, με πιάνω να απευθύνομαι στο κενό. μου λείπεις. 

ο χρόνος σας τελείωσε. και όσο κανένας δεν αναλαμβάνει την ευθύνη να βάλει το γαμημένο κόμμα στη πρόταση κρατάω τη μάταιη αναζήτηση για ένα ακόμη φιλί στο μέτωπο. 

τι να την κάνω τη βεβαιότητα του τέλους;