χρησιμότητα*

το σφοδρό κατηγορητήριο

που εξαπολύεις τον ενδέκατο μήνα

με το κρύο να παλεύει να εδραιωθεί

λέγοντας πεζοδρομιακά

με έχεις για να γλείφω το μουνί σου

με την πανηγυρική μου καταδίκη

καθιστώντας με την πιο ένοχη

όλων των ετυμηγοριών

διαπιστώνω ότι

το πιο χρήσιμο εργαλείο

δικαιωματικά είναι η γλώσσα σου

κι από φεμινιστικής απόψεως

αυτό είναι μια νίκη

Advertisements

ελεύθερο μηδέν

είναι μέρες που ψάχνω απαντήσεις στα βιβλία που εμπιστεύομαι. αυτά που με ανάθρεψαν και φύσηξαν μέσα μου την πνοή της σκέψης. αυτά που με βύζαξαν, με γαλούχησαν, με καθόρισαν σαν οντότητα. οι συγγραφείς τους, πατρικές φιγούρες στους οποίους ανατρέχω για τα ακόμη αναπάντητα. μήπως μια ακόμη ανάγνωση μου φανερώσει μια νέα πόρτα, που ανοίγοντάς την όλα θα βγάζουν νόημα. περνάω τα δάχτυλά μου πάνω από τις σελίδες τους, απ’ τα χοντρά εξώφυλλα, κάτι δεν είχε πέσει στην αντίληψή μου πάντοτε. ο λογισμός μου γυρίζει στην στιγμή που γράφτηκαν. υπάρχουν στιγμές που μυρίζω τα συναίσθηματά τους. περπατώ στους ίδιους δρόμους, αγγίζω τα ίδια πρόσωπα, γνωρίζω τους φίλους και τους εχθρούς τους. αντωμώνω τους εραστές τους, σφίγγω τα χέρια με τους συντρόφους τους. προσπαθώ ν’ αφουγκραστώ τον πόνο που νιώσανε, την απόγνωση, το πάθος για αλλαγή, την ελευθερία της γραφής. περιπλανιέμαι στις φυλακές και στους τάφους τους. όλες οι απαντήσεις τους οδηγούν σε νέες πιο δύσκολες ερωτήσεις. νομίζω ότι είναι μαζεμένοι όλοι σε μια γωνιά και γελούν. δεν είναι εδώ η γη των απαντήσεων.

όταν μου τελειώνουν τα βιβλία καταπιάνομαι με τους ανθρώπους. αυτούς που πορευτήκαμε μαζί, ονειρευτήκαμε, βολευτήκαμε, φιλιώσαμε και τσακωθήκαμε. αγαπήσαμε και μισήσαμε παράφορα. το πιο σπουδαίο γνώρισμα των κοινών θνητών. αυτών που διαρκώς αναζητούν απαντήσεις και μόλις τις πάρουν, ανοίγουν νέα πιο δύσκολα μονοπάτια. απ’ αυτά που δεν κρατάνε πατημασιές. στο διάβα τους μπορούν να συμπαρασύρουν χιλιάδες ή κανέναν. τόσο ασπρόμαυρο κόντεξτ που το νουάρ απλώνεται πάνω και στις πιο πολύχρωμες περιγραφές μας. σαν άλλοι εξπρεσιονιστές παλεύουν να παραμορφώσουν την πραγματικότητα.

κάθε ανθρώπινη καθοδήγηση μοιάζει να οδηγεί σε επιστροφή στο ίδιο σημείο. στο σημείο της εκκίνησης. αν δεν νιώσεις μόνος δεν θα νιώσεις εσύ. και στο μηδέν είσαι πιο εσύ από ποτέ. εκεί που μπορείς να είσαι εσύ μπορείς και να μείνεις. κι αν η συνειδητοποίηση της ματαιότητας των πραγμάτων είναι αυτή που θα σου δώσει την έννοια του συμπερασματικά, τότε όλα είναι σημαντικά μέσα σε ένα φάσμα ασημαντότητας έχοντας μια και μόνη παράμετρο. την ελευθερία. πέρα από κάθε ανάλυση, ερώτηση, απάντηση κι αναζήτηση.

την ελευθερία του μηδενός, σαν απεμπλοκή ή άλλη απασφάλιση. απέναντι στην όποια ερμηνεία, η ατομική ελευθερία είναι η πιο σημαντική ανακάλυψη του ανθρώπου κι ανιχνεύεται στα βιβλία και στις ζωές του. κι αν η ζωή όλων γέμισε συμβάσεις και ρεφορμιστικές ενέργειες απέναντι στην τύποις ελευθερία, η στιγμή της γραφής μπορεί να είναι μια γνήσια στιγμή ελευθερίας.


μεσοτοιχία

όσα μπόρεσαν να εξηγηθούν με λόγια

πάλεψαν με υποσημειώσεις, παραπομπές κι αστερίσκους

ο ειρμός μιας σκέψης έδωσε νόημα

αρχή, μέση και τέλος

στην αυθαιρεσία του συνειρμού του τυχαίου ακροατή

αν δεν ήταν τυχαίος θα απέκρουε την ερμηνεία

χωρίς λανθάνουσα μετάφραση

χωρίς να χτίσει δέκα οχτώ τούβλα μεσοτοιχία

στο πριν, στο τώρα, στο μετά

μήπως κι αποφύγει τις συνέπειες μιας ύπαρξης

τυχαίας υποσημείωσης με δεκτικότητα

πρώην εραστή νυν παραβατικού ακροατή

άγονη πραγματικότητα στημένη στον τοίχο

μεσοτοιχία, έτσι όπως ζήσαμε

σε χωριστά γειτονικά διαμερίσματα

μεσοτοιχία, έτσι όπως νιώσαμε

σε χωριστά δανεικά κρεβάτια

μεσοτοιχία, έτσι όπως ακούμπησαμε

με γυρισμένες ανέπαφες πλάτες

μεσοτοιχία, έτσι όπως γυρίσαμε

σε διαφορετικές οθόνες

πολύ κοντά

στο πριν του τίποτα

έχοντας κάτι που έμεινε χωρίς εξήγηση

κάτι που η δεύτερή του ευκαιρία

θα επιβεβαίωνε το βαθιά ακατάληκτο

κι επιλέχθηκε το χυδαία απροκάλυπτο

ενοχλημένο φιλικό ενδιαφέρον.

*μεσοτοιχία το κοινό σημείο των πάντα αγνώστων εν δυνάμει εραστών


στο αλισβερίσι

ήταν απλή γυναίκα. ξυπνούσε το πρωί, άνοιγε τα μάτια, δεν ήθελε πολύ να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι. ήταν απλή γυναίκα. πήγαινε στο μπάνιο, έριχνε μπόλικο νερό στο πρόσωπό της, την ενοχλούσε το κρύο, μα την ξυπνούσε κι όλας. ήταν απλή γυναίκα. είχε ετοιμάσει τα ρούχα ακουμπισμένα στην καρέκλα από την προηγούμενη το βράδυ. πήγαινε ήσυχα στην κουζίνα για να μην ξυπνήσει ακόμα τους υπόλοιπους, άναβε το γκάζι για να ψήσει ελληνικό καφέ. μέτριο. ήταν απλή γυναίκα. έπαιρνε τρεις κούπες τις γέμιζε γάλα και ξυπνούσε τα παιδιά της. τα έπλενε, τα έντυνε και τα πήγαινε σχολείο. δεν της άρεσαν οι καλημέρες, μόνο τα πρωινά βλέμματα. ήταν απλή γυναίκα. συνέχιζε την διαδρομή της μέχρι το μικρό καφέ δίπλα στην δουλειά της. το τσάι της την περίμενε έτοιμο. άναβε τρία τσιγάρα και αντάλλασσε αδιάφορες κουβέντες με συναδέλφους της. όχι πάντα. ήταν απλή γυναίκα. η οχτάωρη εργασία της κυλούσε ήρεμα σχετικά. οι επιδόσεις της ήταν πάντοτε οι καλύτερες, μ’ ότι κι αν καταπιανόταν. ήταν απλή γυναίκα. στο σχόλασμα την περίμενε νέα άνευ χρόνου λήξης εργασία. διαβάσματα, μπες βγες σε κολυμβητήρια, γήπεδα και ξένες γλώσσες. γκρίνιες, τσακωμοί, γέλια, αγκαλιάσματα. τα τραγούδια της αγκαλιάς της άρεσαν πιο πολύ. ήταν απλή γυναίκα. βούρτσιζε τα μαλλιά της πριν την σαββατιάτικη βραδινή έξοδο, έβαφε τις βλεφαρίδες και τα χείλη της. σύχναζε σε μικρά γαλλικά μπιστρό και σκοτεινά μπαράκια στα στενά του κέντρου. ήταν απλή γυναίκα. φλέρταρε, διασκέδαζε με τις φίλες της, περπατούσε χέρι χέρι με το σύντροφό της. αναπολούσε, ονειρευόταν, παρατηρούσε. ήταν απλή γυναίκα. τις κυριακές έφτιαχνε κατσικάκι στο φούρνο με πατάτες και το απόγευμα πήγαινε θέατρο. τον περισσότερο χρόνο της τον περνούσε με τα τρία της παιδιά. ήταν απλή γυναίκα. έβγαινε στο μπαλκόνι και πότιζε τα λουλούδια, τάιζε τα γατάκια της γειτονιάς, ακουμπούσε τα χέρια της στο κάγκελο του μπαλκονιού της. πριν, είχε απλώσει τα ρούχα. χαιρετούσε την γειτόνισσα, που από τότε που είχε πέθανε ο άντρας της είχε ζωγραφισμένη στο πρόσωπο την ανακούφιση. ήταν απλή γυναίκα. πολλά της έμοιαζαν ακατανόητα. δεν την πείραζει. έκλεβε λεπτά απόλυτης σιωπής. ήθελε να μάθει να μένει. το είχε μάθει καλά. ήταν απλή γυναίκα. το φόρτε της ήταν το αλισβερίσι. τα χρόνια περνούσαν. ένιωθε ευτυχισμένη στις κεντρικές σκηνές της ζωής της. δινόταν όταν έκανε έρωτα. έπινε αλκόολ κι αγαπούσε στις σωστές ποσότητες. ήταν απλή γυναίκα. μέχρι, την μέρα που χάθηκε σε μια επιστροφή και βούτηξε στο κενό της. ήταν μια απλή γυναίκα. της άρεσε το αλισβερίσι.


α*

όλα μου τα ένα πλησιάζουν στο τέλος τους αποκαμωμένα στο γοητευτικό στάδιο της αναμονής. το πιο ελευθεριακό καθεστώς που μπορώ να ζήσω είναι αυτό που θα του λείπει η αρχή. το τέλος δεν ενδιαφέρει κανέναν, ούτε ένα προμελετημένο έγκλημα δεν στέφθηκε με επιτυχία ποτέ. ενδιάμεσα ανισορροπία χωρίς υπεκφυγές γιατί δεν υπάρχει ζητούμενο και προθέσεις συνειδητά ποτισμένες με ρεαλισμό. σε πλήρη αποδέσμευση το συμβάν του γεγονότος. όχι σαν άλλη ανασκόπηση, απλή αποτύπωση της δραστηριότητας που μας βρίσκει σε διαφωνία. χωρισμένοι με οριστικά κι αμετάκλητα και με όλες τις υποσημειώσεις της παρελθοντικής απόπειρας ταύτισης. δυο τρία συμπλέγματα ιστορικού χαρακτήρα απέκλεισαν το λίγο ή το πολύ, σχεδόν και το τίποτα. στερητικά φωνήεντα σε λάθος διάταξη, περνούν το ανάποδο μήνυμα. σαν άλλα βογγητά ηδονής με απορία για το κόστος της οδύνης. πράγματα κι άνθρωποι αφημένα στο νόμο της βαρύτητας. τα χέρια μας λεωφόρος από δυστυχήματα κι εμείς ένας αυτονομημένος μη υπαρκτός οργανισμός. η μη ύπαρξη σε καθιστά αυτοεξόριστο μωρό μου στην βόρεια πόλη(υ) και δεν έχεις λεφτά για εκτελωνισμό.

άναρχα σχεδόν τριάντα επτά δηλαδή α*.


έντεκα

τις στιγμές που καπνίζω τις λογίζω ιερές. ιερές λογίζω και τις στιγμές των οργασμών που για κάποιο περίεργο λόγο τις συνδέω ενώ καπνίζω πολύ και συχνά, άσχετες στιγμές με αυτές των οργασμών. τους ανθρώπους που μαζί τους μοιράστηκα τσιγάρα τους λογίζω συντρόφους. ή προδότες. μπορεί το ένα να έκανε τη μετάβαση στο άλλο ή και αντίστροφα. ποτέ όμως οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι κοινοί ή αδιάφοροι.

στο σκληρό οχτάωρο δουλείας με τα τρία διαλείμματα, αυτά της ανορθόγραφης υπερβολής, τα χείλη μου συναντάνε το φίλτρο ενώ σου μιλώ και το επόμενο δευτερόλεπτο τον καπνό, ενώ τα δικά σου την άφιλτρη στοργική παρουσία πενήντα πέντε λεπτών. μεταξύ του διάκενου της επόμενης μέρας.

στην ασύμμετρη αλφαβήτα των αισθήσεων είχα γράψει δίπλα στο λ: ο υπαρκτός λυρισμός της καθημερινότητας, συνεπής στο ύφος με τη σωστή δόση απλότητας για κατανόηση. θα κρατήσω το πρώτο σκέλος. ας είναι πολύπλοκο, ας είναι δυσνόητο, ας εκτείνεται μεταξύ ακρόπολης και μακρυγιάννη.

υπάρχει άνθρωπος που σοβαρολογεί συγκυριακά, ενώ στο μυαλό μου οργανώνω συνωμοσίες χεριών που κρυφοαγγίζονται πριν ξεμοναχιαστούν για χάδια, σταματώντας τη ροή του χρόνου στα κάτεργα καταστολής των επιθυμιών που αναβλύζουν από κορμιά της βιοπάλης, προσδίδοντας ταξική συνείδηση και πρόσημο.

*αγάπησα τις δεύτερες και το έντεκα, γιατί ένα κι ένα κάνουν θα δούμε.


τρία γράμματα

ζωή και βία, δυο λέξεις, με τρία γράμματα η κάθε μια, ένα σύμφωνο, δύο φωνήεντα, το πρώτο φωνήεν της αλφαβήτας η μια, το τελευταίο φωνήεν της αλφαβήτας η άλλη. ένα ήττα διαζευκτικό της ήττας, ένα γιώτα διαχωριστικό των αποστάσεων. ανάμεσα στο βήτα και το ζήτα τα δεδομένα θα μας γαμάνε

κάποια στιγμή να μιλήσουμε για την βία. ή για την ζωή. το ίδιο είναι.