α*

όλα μου τα ένα πλησιάζουν στο τέλος τους αποκαμωμένα στο γοητευτικό στάδιο της αναμονής. το πιο ελευθεριακό καθεστώς που μπορώ να ζήσω είναι αυτό που θα του λείπει η αρχή. το τέλος δεν ενδιαφέρει κανέναν, ούτε ένα προμελετημένο έγκλημα δεν στέφθηκε με επιτυχία ποτέ. ενδιάμεσα ανισορροπία χωρίς υπεκφυγές γιατί δεν υπάρχει ζητούμενο και προθέσεις συνειδητά ποτισμένες με ρεαλισμό. σε πλήρη αποδέσμευση το συμβάν του γεγονότος. όχι σαν άλλη ανασκόπηση, απλή αποτύπωση της δραστηριότητας που μας βρίσκει σε διαφωνία. χωρισμένοι με οριστικά κι αμετάκλητα και με όλες τις υποσημειώσεις της παρελθοντικής απόπειρας ταύτισης. δυο τρία συμπλέγματα ιστορικού χαρακτήρα απέκλεισαν το λίγο ή το πολύ, σχεδόν και το τίποτα. στερητικά φωνήεντα σε λάθος διάταξη, περνούν το ανάποδο μήνυμα. σαν άλλα βογγητά ηδονής με απορία για το κόστος της οδύνης. πράγματα κι άνθρωποι αφημένα στο νόμο της βαρύτητας. τα χέρια μας λεωφόρος από δυστυχήματα κι εμείς ένας αυτονομημένος μη υπαρκτός οργανισμός. η μη ύπαρξη σε καθιστά αυτοεξόριστο μωρό μου στην βόρεια πόλη(υ) και δεν έχεις λεφτά για εκτελωνισμό.

άναρχα σχεδόν τριάντα επτά δηλαδή α*.

Advertisements

έντεκα

τις στιγμές που καπνίζω τις λογίζω ιερές. ιερές λογίζω και τις στιγμές των οργασμών που για κάποιο περίεργο λόγο τις συνδέω ενώ καπνίζω πολύ και συχνά, άσχετες στιγμές με αυτές των οργασμών. τους ανθρώπους που μαζί τους μοιράστηκα τσιγάρα τους λογίζω συντρόφους. ή προδότες. μπορεί το ένα να έκανε τη μετάβαση στο άλλο ή και αντίστροφα. ποτέ όμως οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι κοινοί ή αδιάφοροι.

στο σκληρό οχτάωρο δουλείας με τα τρία διαλείμματα, αυτά της ανορθόγραφης υπερβολής, τα χείλη μου συναντάνε το φίλτρο ενώ σου μιλώ και το επόμενο δευτερόλεπτο τον καπνό, ενώ τα δικά σου την άφιλτρη στοργική παρουσία πενήντα πέντε λεπτών. μεταξύ του διάκενου της επόμενης μέρας.

στην ασύμμετρη αλφαβήτα των αισθήσεων είχα γράψει δίπλα στο λ: ο υπαρκτός λυρισμός της καθημερινότητας, συνεπής στο ύφος με τη σωστή δόση απλότητας για κατανόηση. θα κρατήσω το πρώτο σκέλος. ας είναι πολύπλοκο, ας είναι δυσνόητο, ας εκτείνεται μεταξύ ακρόπολης και μακρυγιάννη.

υπάρχει άνθρωπος που σοβαρολογεί συγκυριακά, ενώ στο μυαλό μου οργανώνω συνωμοσίες χεριών που κρυφοαγγίζονται πριν ξεμοναχιαστούν για χάδια, σταματώντας τη ροή του χρόνου στα κάτεργα καταστολής των επιθυμιών που αναβλύζουν από κορμιά της βιοπάλης, προσδίδοντας ταξική συνείδηση και πρόσημο.

*αγάπησα τις δεύτερες και το έντεκα, γιατί ένα κι ένα κάνουν θα δούμε.


τρία γράμματα

ζωή και βία, δυο λέξεις, με τρία γράμματα η κάθε μια, ένα σύμφωνο, δύο φωνήεντα, το πρώτο φωνήεν της αλφαβήτας η μια, το τελευταίο φωνήεν της αλφαβήτας η άλλη. ένα ήττα διαζευκτικό της ήττας, ένα γιώτα διαχωριστικό των αποστάσεων. ανάμεσα στο βήτα και το ζήτα τα δεδομένα θα μας γαμάνε

κάποια στιγμή να μιλήσουμε για την βία. ή για την ζωή. το ίδιο είναι.


το πράσινο σακάκι

δίπλα στον κάδο ανακύκλωσης

πεταμένο κατάχαμα στην άσφαλτο

σπασμένα μπουκάλια ρετσίνας στις τσέπες του

έλειπαν τρία κουμπιά απ’ το πέτο

δυο τρύπες έχασκαν στα μανίκια

τσιγαριές από ντάγκλες αϋπνίας μάλλον

το πιο άχρηστο πράγμα του κόσμου

ένα πράσινο σακάκι ξεθωριασμένο

ίσως λίγο γρασίδι στο μπετό να ‘ταν

μα και πάλι άχρηστο τελείως

μέχρι που το είδε και το έπιασε στα χέρια του

έντυσε το κοκκαλιάρικο κι ασθενικό κορμί

με χαρά μικρού παιδιού στο βλέμμα

σα να ξετύλιγε ένα νέο πολυπόθητο παιχνίδι

χαρά για επιπλέον ζεστασιά τις αυριανές ψυχρές νύχτες

γνωριμία με νέο ταλαίπωρο σύντροφο

παρέα στο ξύλινο παγκάκι που κατοικούσε

κάτω από μια ακλάδευτη νεραντζιά

στο κέντρο της αθήνας

στο κέντρο του κόσμου


υπόγειο

*γραμμένο με μολύβι, σε χαρτί 140 γρ. – πληγώνοντάς το – δώρο της ευτυχίας


Le Songe d’une nuit d’hiver

στον Α.Ε.

4.51 π.μ. μη τυχαία ώρα. οι παρορμήσεις του προεγώ ξεφεύγουν προσωρινά από την καταστολή και την λογοκρισία του υπερεγώ. το εγώ θα επιβληθεί άλλες στιγμές. όχι τώρα. κάτι σαν πρόλογος σε αυτό που θ’ ακολουθήσει.

κυριακή θα τελειώσει ο κόσμος. δεν θα το ξέρουμε. θα ‘ναι μια κυριακή σαν όλες τις άλλες. που οι καμπάνες θα χτυπήσουν, όχι προειδοποιητικά, που θα μείνεις στο κρεβάτι λίγο παραπάνω απ’ ότι τις άλλες μέρες, που οι οικογένειες θ’ αρχίσουν να σουλατσάρουν με θόρυβο στην πόλη, που η μελαγχολία της θα σ’ αγγίζει όλο και περισσότερο όσο βαθαίνεις μέσα της, που θ’ αναγκαστείς να υποστείς ένα ακόμη μεσημεριανό οικογενειακό τραπέζι. μα θα περιμένεις το σούρουπο της απαλλαγής. κυριακή θα ξαναγραφτεί το μανιφέστο του σουρεαλισμού με φροϋδικές αναφορές. σε αυτόματη γραφή.

~

αντί για δάχτυλα στο ένα του χέρι είχε φυτρώσει ένα σφυροδρέπανο. μουγγά σύμφωνα ανάβλυζαν περασμένες τέσσερις. θύμιζε τον ήχο της μιράντας από τότε που την συνέθλιψε ο ουρανός. μωβ υγρά έσταζαν απ’ το μουνί της κάθε φορά που την άγγιζε μ’ αυτό το απόκοσμο μέλος. όλοι του οι δράκοι τρέφονταν απ’ αυτήν. τους ζήλευε θανάσιμα. τη στιγμή του οργασμού της τελείωνε ο κόσμος με τις ρίζες των δέντρων να κρεμιούνται ανάποδα σχηματίζοντας στερητικό άλφα στον κύκλο. επιστρέφοντας το χάος μέσα τους.


κάκτος

τις περισσότερες φορές δεν ξέρεις αν εσύ αποφασίζεις να τα πάρεις όλα από την αρχή ή αν η δυναμική τυχαιότητα σε οδηγεί ξανά στην αρχή. ξεκινώντας από το ένα.

το καλοκαίρι του ’17 ήταν ένας κάκτος. προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να εξοικονομήσει νερό για ν’ αντέξει στις καυτές συνθήκες. φύλαξε καλά το νερό στον εσωτερικό του βλαστό αναπτύσσοντας στο εξωτερικό του αγκάθια για να προστατευθεί. από άμυνα και από ανάγκη επιβίωσης.

κάποιοι πήραμε τα γνωρίσματα του καλοκαιριού και γίναμε κάκτοι, ίσως όχι απ’ αυτούς που ανθίζουν. κι ίσως ήταν κι αυτό ένα αναπόφευκτο στάδιο που οφείλαμε να περάσουμε. στα χρωστούμενα της ύπαρξης μας. η μετάβαση μηδένισε το χρέος και μας έβγαλε επιζήσαντες στην αρχή.

ο πιο δίκαιος αβέβαιος σεπτέμβρης είναι αυτός. ο σεπτέμβρης του ένα.

γι αυτό σου λέω ευτυχία, ξεχρεώσαμε και τα ρέστα αγκάθια.