στο αλισβερίσι

ήταν απλή γυναίκα. ξυπνούσε το πρωί, άνοιγε τα μάτια, δεν ήθελε πολύ να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι. ήταν απλή γυναίκα. πήγαινε στο μπάνιο, έριχνε μπόλικο νερό στο πρόσωπό της, την ενοχλούσε το κρύο, μα την ξυπνούσε κι όλας. ήταν απλή γυναίκα. είχε ετοιμάσει τα ρούχα ακουμπισμένα στην καρέκλα από την προηγούμενη το βράδυ. πήγαινε ήσυχα στην κουζίνα για να μην ξυπνήσει ακόμα τους υπόλοιπους, άναβε το γκάζι για να ψήσει ελληνικό καφέ. μέτριο. ήταν απλή γυναίκα. έπαιρνε τρεις κούπες τις γέμιζε γάλα και ξυπνούσε τα παιδιά της. τα έπλενε, τα έντυνε και τα πήγαινε σχολείο. δεν της άρεσαν οι καλημέρες, μόνο τα πρωινά βλέμματα. ήταν απλή γυναίκα. συνέχιζε την διαδρομή της μέχρι το μικρό καφέ δίπλα στην δουλειά της. το τσάι της την περίμενε έτοιμο. άναβε τρία τσιγάρα και αντάλλασσε αδιάφορες κουβέντες με συναδέλφους της. όχι πάντα. ήταν απλή γυναίκα. η οχτάωρη εργασία της κυλούσε ήρεμα σχετικά. οι επιδόσεις της ήταν πάντοτε οι καλύτερες, μ’ ότι κι αν καταπιανόταν. ήταν απλή γυναίκα. στο σχόλασμα την περίμενε νέα άνευ χρόνου λήξης εργασία. διαβάσματα, μπες βγες σε κολυμβητήρια, γήπεδα και ξένες γλώσσες. γκρίνιες, τσακωμοί, γέλια, αγκαλιάσματα. τα τραγούδια της αγκαλιάς της άρεσαν πιο πολύ. ήταν απλή γυναίκα. βούρτσιζε τα μαλλιά της πριν την σαββατιάτικη βραδινή έξοδο, έβαφε τις βλεφαρίδες και τα χείλη της. σύχναζε σε μικρά γαλλικά μπιστρό και σκοτεινά μπαράκια στα στενά του κέντρου. ήταν απλή γυναίκα. φλέρταρε, διασκέδαζε με τις φίλες της, περπατούσε χέρι χέρι με το σύντροφό της. αναπολούσε, ονειρευόταν, παρατηρούσε. ήταν απλή γυναίκα. τις κυριακές έφτιαχνε κατσικάκι στο φούρνο με πατάτες και το απόγευμα πήγαινε θέατρο. τον περισσότερο χρόνο της τον περνούσε με τα τρία της παιδιά. ήταν απλή γυναίκα. έβγαινε στο μπαλκόνι και πότιζε τα λουλούδια, τάιζε τα γατάκια της γειτονιάς, ακουμπούσε τα χέρια της στο κάγκελο του μπαλκονιού της. πριν, είχε απλώσει τα ρούχα. χαιρετούσε την γειτόνισσα, που από τότε που είχε πέθανε ο άντρας της είχε ζωγραφισμένη στο πρόσωπο την ανακούφιση. ήταν απλή γυναίκα. πολλά της έμοιαζαν ακατανόητα. δεν την πείραζει. έκλεβε λεπτά απόλυτης σιωπής. ήθελε να μάθει να μένει. το είχε μάθει καλά. ήταν απλή γυναίκα. το φόρτε της ήταν το αλισβερίσι. τα χρόνια περνούσαν. ένιωθε ευτυχισμένη στις κεντρικές σκηνές της ζωής της. δινόταν όταν έκανε έρωτα. έπινε αλκόολ κι αγαπούσε στις σωστές ποσότητες. ήταν απλή γυναίκα. μέχρι, την μέρα που χάθηκε σε μια επιστροφή και βούτηξε στο κενό της. ήταν μια απλή γυναίκα. της άρεσε το αλισβερίσι.

Advertisements

α*

όλα μου τα ένα πλησιάζουν στο τέλος τους αποκαμωμένα στο γοητευτικό στάδιο της αναμονής. το πιο ελευθεριακό καθεστώς που μπορώ να ζήσω είναι αυτό που θα του λείπει η αρχή. το τέλος δεν ενδιαφέρει κανέναν, ούτε ένα προμελετημένο έγκλημα δεν στέφθηκε με επιτυχία ποτέ. ενδιάμεσα ανισορροπία χωρίς υπεκφυγές γιατί δεν υπάρχει ζητούμενο και προθέσεις συνειδητά ποτισμένες με ρεαλισμό. σε πλήρη αποδέσμευση το συμβάν του γεγονότος. όχι σαν άλλη ανασκόπηση, απλή αποτύπωση της δραστηριότητας που μας βρίσκει σε διαφωνία. χωρισμένοι με οριστικά κι αμετάκλητα και με όλες τις υποσημειώσεις της παρελθοντικής απόπειρας ταύτισης. δυο τρία συμπλέγματα ιστορικού χαρακτήρα απέκλεισαν το λίγο ή το πολύ, σχεδόν και το τίποτα. στερητικά φωνήεντα σε λάθος διάταξη, περνούν το ανάποδο μήνυμα. σαν άλλα βογγητά ηδονής με απορία για το κόστος της οδύνης. πράγματα κι άνθρωποι αφημένα στο νόμο της βαρύτητας. τα χέρια μας λεωφόρος από δυστυχήματα κι εμείς ένας αυτονομημένος μη υπαρκτός οργανισμός. η μη ύπαρξη σε καθιστά αυτοεξόριστο μωρό μου στην βόρεια πόλη(υ) και δεν έχεις λεφτά για εκτελωνισμό.

άναρχα σχεδόν τριάντα επτά δηλαδή α*.


έντεκα

τις στιγμές που καπνίζω τις λογίζω ιερές. ιερές λογίζω και τις στιγμές των οργασμών που για κάποιο περίεργο λόγο τις συνδέω ενώ καπνίζω πολύ και συχνά, άσχετες στιγμές με αυτές των οργασμών. τους ανθρώπους που μαζί τους μοιράστηκα τσιγάρα τους λογίζω συντρόφους. ή προδότες. μπορεί το ένα να έκανε τη μετάβαση στο άλλο ή και αντίστροφα. ποτέ όμως οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι κοινοί ή αδιάφοροι.

στο σκληρό οχτάωρο δουλείας με τα τρία διαλείμματα, αυτά της ανορθόγραφης υπερβολής, τα χείλη μου συναντάνε το φίλτρο ενώ σου μιλώ και το επόμενο δευτερόλεπτο τον καπνό, ενώ τα δικά σου την άφιλτρη στοργική παρουσία πενήντα πέντε λεπτών. μεταξύ του διάκενου της επόμενης μέρας.

στην ασύμμετρη αλφαβήτα των αισθήσεων είχα γράψει δίπλα στο λ: ο υπαρκτός λυρισμός της καθημερινότητας, συνεπής στο ύφος με τη σωστή δόση απλότητας για κατανόηση. θα κρατήσω το πρώτο σκέλος. ας είναι πολύπλοκο, ας είναι δυσνόητο, ας εκτείνεται μεταξύ ακρόπολης και μακρυγιάννη.

υπάρχει άνθρωπος που σοβαρολογεί συγκυριακά, ενώ στο μυαλό μου οργανώνω συνωμοσίες χεριών που κρυφοαγγίζονται πριν ξεμοναχιαστούν για χάδια, σταματώντας τη ροή του χρόνου στα κάτεργα καταστολής των επιθυμιών που αναβλύζουν από κορμιά της βιοπάλης, προσδίδοντας ταξική συνείδηση και πρόσημο.

*αγάπησα τις δεύτερες και το έντεκα, γιατί ένα κι ένα κάνουν θα δούμε.


τρία γράμματα

ζωή και βία, δυο λέξεις, με τρία γράμματα η κάθε μια, ένα σύμφωνο, δύο φωνήεντα, το πρώτο φωνήεν της αλφαβήτας η μια, το τελευταίο φωνήεν της αλφαβήτας η άλλη. ένα ήττα διαζευκτικό της ήττας, ένα γιώτα διαχωριστικό των αποστάσεων. ανάμεσα στο βήτα και το ζήτα τα δεδομένα θα μας γαμάνε

κάποια στιγμή να μιλήσουμε για την βία. ή για την ζωή. το ίδιο είναι.


το πράσινο σακάκι

δίπλα στον κάδο ανακύκλωσης

πεταμένο κατάχαμα στην άσφαλτο

σπασμένα μπουκάλια ρετσίνας στις τσέπες του

έλειπαν τρία κουμπιά απ’ το πέτο

δυο τρύπες έχασκαν στα μανίκια

τσιγαριές από ντάγκλες αϋπνίας μάλλον

το πιο άχρηστο πράγμα του κόσμου

ένα πράσινο σακάκι ξεθωριασμένο

ίσως λίγο γρασίδι στο μπετό να ‘ταν

μα και πάλι άχρηστο τελείως

μέχρι που το είδε και το έπιασε στα χέρια του

έντυσε το κοκκαλιάρικο κι ασθενικό κορμί

με χαρά μικρού παιδιού στο βλέμμα

σα να ξετύλιγε ένα νέο πολυπόθητο παιχνίδι

χαρά για επιπλέον ζεστασιά τις αυριανές ψυχρές νύχτες

γνωριμία με νέο ταλαίπωρο σύντροφο

παρέα στο ξύλινο παγκάκι που κατοικούσε

κάτω από μια ακλάδευτη νεραντζιά

στο κέντρο της αθήνας

στο κέντρο του κόσμου


υπόγειο

*γραμμένο με μολύβι, σε χαρτί 140 γρ. – πληγώνοντάς το – δώρο της ευτυχίας


Le Songe d’une nuit d’hiver

στον Α.Ε.

4.51 π.μ. μη τυχαία ώρα. οι παρορμήσεις του προεγώ ξεφεύγουν προσωρινά από την καταστολή και την λογοκρισία του υπερεγώ. το εγώ θα επιβληθεί άλλες στιγμές. όχι τώρα. κάτι σαν πρόλογος σε αυτό που θ’ ακολουθήσει.

κυριακή θα τελειώσει ο κόσμος. δεν θα το ξέρουμε. θα ‘ναι μια κυριακή σαν όλες τις άλλες. που οι καμπάνες θα χτυπήσουν, όχι προειδοποιητικά, που θα μείνεις στο κρεβάτι λίγο παραπάνω απ’ ότι τις άλλες μέρες, που οι οικογένειες θ’ αρχίσουν να σουλατσάρουν με θόρυβο στην πόλη, που η μελαγχολία της θα σ’ αγγίζει όλο και περισσότερο όσο βαθαίνεις μέσα της, που θ’ αναγκαστείς να υποστείς ένα ακόμη μεσημεριανό οικογενειακό τραπέζι. μα θα περιμένεις το σούρουπο της απαλλαγής. κυριακή θα ξαναγραφτεί το μανιφέστο του σουρεαλισμού με φροϋδικές αναφορές. σε αυτόματη γραφή.

~

αντί για δάχτυλα στο ένα του χέρι είχε φυτρώσει ένα σφυροδρέπανο. μουγγά σύμφωνα ανάβλυζαν περασμένες τέσσερις. θύμιζε τον ήχο της μιράντας από τότε που την συνέθλιψε ο ουρανός. μωβ υγρά έσταζαν απ’ το μουνί της κάθε φορά που την άγγιζε μ’ αυτό το απόκοσμο μέλος. όλοι του οι δράκοι τρέφονταν απ’ αυτήν. τους ζήλευε θανάσιμα. τη στιγμή του οργασμού της τελείωνε ο κόσμος με τις ρίζες των δέντρων να κρεμιούνται ανάποδα σχηματίζοντας στερητικό άλφα στον κύκλο. επιστρέφοντας το χάος μέσα τους.